editorial

Η άλωση της χώρας μέσα από την "ενεργειακή μετάβαση" / γράφει η Βάννα Σφακιανάκη

  Βάννα Σφακιανάκη * Η πολιτική «Ελλάδα – Ενεργειακός Κόμβος», η εφαρμογή της «ενεργειακής μετάβασης» στη χώρα μας, αναδιαρθρώνει βίαια το π...

Κυριακή 29 Ιουνίου 2025

Η δήθεν "ενεργειακή μετάβαση": τίποτε άλλο παρά ένα νέο πεδίο κυριαρχίας και κερδοφορίας για κράτος και κεφάλαιο



« ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΕΔΙΟ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑΣ ΓΙΑ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ »

Από τη βιοµηχανική επανάσταση και την εφεύρεση της ατµοµηχανής, µέχρι τις σηµερινές ανεµογεννήτριες και τα ηλιακά πάνελ, η ενέργεια υπήρξε βασικός πυλώνας στήριξης και ανάπτυξης του κράτους και του καπιταλισµού. Ο γαιάνθρακας, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αποτέλεσαν και αποτελούν καθοριστικό παράγοντα κατανοµής της παγκόσµιας ισχύος, γεωστρατηγική στόχευση των κρατών και εργαλείο καταστολής, πολέµου και κυριαρχίας. Γύρω από το πετρέλαιο, «το µαύρο χρυσάφι» του 20ού αιώνα, αναδιοργανώθηκε ο καπιταλισµός σε παγκόσµιο επίπεδο, τόσο κατά την περίοδο του ψυχρού πολέµου όσο και µετά από αυτήν.

Η δηµιουργία του ισραηλινού κράτους και ολόκληρη η αποικιοκρατική πολιτική στη Μέση Ανατολή είχαν ως βασικό επίδικο τον έλεγχο των ενεργειακών πηγών της περιοχής. Η δηµιουργία του ΟΠΕΚ και κυρίως η κρίση του 1973, κατά τον πόλεµο του Γιόµ Κιπούρ, το εµπάργκο πετρελαίου των αραβικών κρατών ως όπλο ενάντια στην υποστήριξη του Ισραήλ από τις ΗΠΑ και η παγκόσµια οικονοµική κρίση που προκάλεσε, ανέδειξαν την τεράστια γεωπολιτική ισχύ της ενέργειας. Και στα χρόνια που ακολούθησαν, η ενέργεια αποτέλεσε κύρια στόχευση στρατιωτικών επεµβάσεων, όπως π.χ. ο Πόλεµος του Κόλπου το 1991 και η εισβολή στο Ιράκ το 2003. Οι συρράξεις αυτές δεν είναι τίποτε άλλο παρά εκφάνσεις της ίδιας πολιτικής: της πολιτικής του ελέγχου των πόρων από τους κυρίαρχους και της επιβολής όλο και χειρότερων όρων διαβίωσης στους καταπιεσµένους και τις εκµεταλλευόµενες.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο κόσµος σήµερα συνεχίζει να βαδίζει µέσα σε ένα καθεστώς µόνιµης πολεµικής έντασης. Από τον ρωσοουκρανικό πόλεµο και την εργαλειοποίηση του φυσικού αερίου, µέχρι την ισοπέδωση της λωρίδας της Γάζας, τη γενικότερη εµπόλεµη κατάσταση στη Μέση Ανατολή µε την εµπλοκή πολλών κρατών παγκόσµια, τον έλεγχο της ∆ιώρυγας του Παναµά και του περάσµατος του Ινδο-Ειρηνικού από τις ΗΠΑ, το ενεργειακό ζήτηµα αναδεικνύεται ξανά σε κύριο πεδίο ανταγωνισµού των κρατών, τα οποία σπεύδουν να αναπροσαρµόσουν το ενεργειακό τους µοντέλο στη νέα αυτή πραγµατικότητα πολεµικής σύρραξης, µε την διαρκή επαναδιαπραγµάτευση των όρων της “παγκοσµιοποίησης”. Η στροφή των κρατών στη διασφάλιση της εσωτερικής τους σταθερότητας, οι στρατηγικές κινήσεις Κίνας-Ρωσίας απέναντι στη ∆ύση, η ανασύνταξη των ενεργειακών δρόµων µέσω Τουρκίας, Καυκάσου, Αφρικής και Ανατολικής Μεσογείου, προµηνύουν µια επικείµενη βιαιότερη µεταβολή του υφιστάµενου έως σήµερα ενεργειακού µοντέλου.

Η λεγόµενη «πράσινη µετάβαση» δεν αποτελεί ρήξη µε αυτό το καθεστώς ή µια βιώσιµη µακροπρόθεσµα εναλλακτική λύση στο ενεργειακό ζήτηµα, όσο µιλάµε µε κρατικοκαπιταλιστικούς όρους, αλλά προσαρµογή σε αυτούς. Μέσα από τις διεθνείς δεσµεύσεις για µείωση των ρύπων και τις επιδοτήσεις για «καθαρές» τεχνολογίες, το παγκόσµιο κρατικοκαπιταλιστικό σύστηµα ανανεώνει τον εαυτό του. Οι ίδιες εταιρείες που ρυπαίνουν και λεηλατούν τη φύση (και τις ζωές µας) επί δεκαετίες, σήµερα αυτοανακηρύσσονται σε σωτήρες του περιβάλλοντος, µετατρέποντας το οικολογικό ζήτηµα σε ένα ακόµα πεδίο κερδοφορίας. Η εξόρυξη «σπάνιων γαιών» για µπαταρίες και φωτοβολταϊκά εντείνει την καταστροφή και την εκµετάλλευση από την Κεντρική Αφρική έως τη Λατινική Αµερική. Η λεηλασία των βουνών για την εγκατάσταση ανεµογεννητριών και η πυρηνική ενέργεια προβάλλονται πλέον ως «πράσινες λύσεις».

Στην Ελλάδα, η αλλαγή ενεργειακής πολιτικής εµπεδώθηκε µε την πώληση της ∆ΕΗ, τη δηµιουργία νέων ιδιωτικών εταιριών ενέργειας και τη χρηµατιστηριοποίηση του ρεύµατος. Η “οικολογική” στροφή από τον λιγνίτη στις ανεµογεννήτριες σε κάθε βουνό και τα φωτοβολταϊκά σε καµµένες ή και αρόσιµες εκτάσεις αποτέλεσε ελληνική και ευρωπαϊκή επιλογή, η οποία επιταχύνθηκε και από τα µνηµόνια της προηγούµενης δεκαετίας. Η Ελλάδα προσπαθεί να ισχυροποιήσει τη γεωστρατηγική της θέση παρουσιαζόµενη ως «ενεργειακός κόµβος» για την Ευρώπη. Αγωγοί TAP, IGB, FSRU στην Αλεξανδρούπολη, LNG στη Ρεβυθούσα, καλώδια διασύνδεσης µε την Αίγυπτο, την Κύπρο και το Ισραήλ προβάλλονται ως έργα “ύψιστης εθνικής σηµασίας”. Η ταυτόχρονη µετατροπή της χώρας σε παραγωγό και αποθηκευτή ενέργειας που µαζί µε την έκρηξη του υπερτουρισµού αλλάζει άρδην το οικονοµικό της µοντέλο. Κάθε φωτοβολταϊκό πάρκο, κάθε ανεµογεννήτρια σε βουνοκορφές και νησιά, κάθε νέα εξόρυξη για σπάνιες γαίες, κάθε megadata center σηµαίνει περισσότερη οικονοµική-πολιτική καταπίεση και έλεγχο πάνω στις ζωές µας από τις ελίτ των ενεργειακών λόµπι. Οι ίδιες πολυεθνικές που µε τις ευλογίες του κράτους καταστρέφουν τα δάση, µόλυνουν τις θάλασσες και τον αέρα µας, παρουσιάζονται σήµερα ως «σωτήρες», επενδύοντας σε αιολικά, φωτοβολταϊκά και πυρηνική ενέργεια, µε µοναδικό γνώµονα το κέρδος. Εµείς, όµως τελικά καλούµαστε να πληρώσουµε το κόστος -οικονοµικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό.

Οι «σωτήρες» του περιβάλλοντος διευθετούν την κλιµατική κρίση

Και όµως, δεν θα έπρεπε να δηµιουργεί σε κάποιον έκπληξη ή απορία.

Οι καταστροφείς µιλούν για «σωτηρία», για «πράσινα πρωτόκολλα», για «πράσινη µετάβαση», για το «σηµείο δίχως επιστροφή», για την «κλιµατική αλλαγή» που λειτουργεί ήδη ως «πολλαπλασιαστής κρίσεων» και αποτελεί «την µεγαλύτερη απειλή ασφαλείας του 21ου αιώνα». Είναι τα ίδια τα κράτη, οι ενεργειακοί κολοσσοί, οι πολυεθνικές εταιρείες πλαστικών, τροφίµων και ένδυσης, το στρατιωτικοβιοµηχανικό σύµπλεγµα, δυτικό και ανατολικό, η παγκόσµια βιοµηχανία του τουρισµού, αλλά και κάθε φορέας του τεχνοβιοµηχανικού πολιτισµού, που ευθύνονται για την αλλαγή κλίµατος, την µόλυνση, την λεηλασία και την καταστροφή των δασών, των υδάτινων και γενικά των φυσικών πόρων του πλανήτη, που επίσης απειλούν µε εξαφάνιση ένα εκατοµµύριο είδη ζώων και φυτών. Φθάνει µόνο να αναφέρουµε, ενδεικτικά, την µόλυνση και την καταστροφή, που προκαλεί το αµερικανικό υπουργείο άµυνας, ο µεγαλύτερος θεσµικός καταναλωτής πετρελαίου, αλλά και µεγαλύτερος παραγωγός αερίων του θερµοκηπίου στον πλανήτη, δαπανώντας ενέργεια, κυρίως, καύσιµα για αεροσκάφη, πλοία, θέρµανση και εξοπλισµό των 800 στρατιωτικών βάσεων, που αφορούν 560.000 εγκαταστάσεις µε πάνω από 275.000 κτίρια.

Και όµως, το υπουργείο άµυνας των ΗΠΑ τόνιζε, σε έκθεση που δηµοσίευσε το 2010, ότι «η κλιµατική αλλαγή θα διαµορφώσει το επιχειρησιακό περιβάλλον, τους ρόλους και τις αποστολές που αναλαµβάνουµε». Μιλούν, λοιπόν, οι κυρίαρχοι για «παγκόσµια κρίση» λόγω της «κλιµατικής αλλαγής», την ίδια στιγµή που οµολογούν ότι σε παγκόσµιο επίπεδο το «κατώτερο µισό του παγκόσµιου πληθυσµού» παράγει την ίδια ποσότητα εκποµπών διοξειδίου του άνθρακα µε το πλουσιότερο 1%». Αυτό που εννοούν είναι, απλά, ότι η διαχείριση της «κρίσης» θα περάσει και πάλι σαν οδοστρωτήρας επάνω από τους πλέον αδύναµους και εξαθλιωµένους πληθυσµούς µέσω λιµών, ασθενειών, πολέµων και στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους λεγόµενους κλιµατικούς πρόσφυγες. Και είναι ακριβώς αυτές οι ευάλωτες και οι λεγόµενες µη προηγµένες χώρες, που ήδη υποφέρουν από υψηλά επίπεδα ρύπανσης, µε αποτέλεσµα το δραµατικά µειωµένο προσδόκιµο ζωής, επειδή µεταποιητικές δραστηριότητες αποµακρύνονται από πλούσια κράτη και µεταφέρονται εκεί, επειδή εξασφαλίζονται φθηνά εργατικά χέρια και ανύπαρκτοι περιβαλλοντικοί έλεγχοι. Πρόκειται για τα ίδια πλούσια κράτη τα οποία είναι σε θέση να πληρώνουν για να αποµακρύνουν τα ολοένα και περισσότερα απόβλητά τους, ενώ στο Λάγος οι µισοί και παραπάνω από τους κατοίκους των πυκνοκατοικηµένων περιοχών δεν έχουν πρόσβαση σε τουαλέτες µε καζανάκι και καταφεύγουν σε υπαίθρια αφοδευτήρια.

Βρίσκεται, λοιπόν, σε «κρίση» ο ανθρώπινος πολιτισµός λόγω της κλιµατικής αλλαγής. Αλήθεια; Οι πόλεις, στις οποίες τα επόµενα τριάντα χρόνια θα βρίσκονται επιπλέον 2,5 δισεκατοµµύρια άνθρωποι, δεν καταλαµβάνουν παρά το 3% της επιφάνειας του πλανήτη και ωστόσο «φιλοξενούν» τον µισό παγκόσµιο πληθυσµό των 8 και πλέον δισεκατοµµυρίων ανθρώπων. Οι πόλεις γιγαντώνονται και απαιτούν τεράστιες ποσότητες ενέργειας αποτελώντας κέντρα κατανάλωσης και όχι παραγωγής αγαθών. Οι µεταφορές των διαφόρων υλικών προς τις πόλεις ευθύνονται για περίπου το ένα τέταρτο των παγκόσµιων εκποµπών διοξειδίου του άνθρακα, την ίδια στιγµή που το 2019 περίπου 930 εκατοµµύρια τόνοι τροφίµων κατέληξαν στα σκουπίδια, προφανώς, ως ένδειξη ευηµερίας και ευτυχίας στον λεγόµενο ανεπτυγµένο κόσµο (υπολογίζεται ότι το 8-10% των παγκόσµιων εκποµπών αερίων του θερµοκηπίου σχετίζονται µε τρόφιµα που δεν καταναλώνονται). Όσο για την βιοµηχανία της µόδας και το αποτύπωµα της στην µόλυνση του πλανήτη, µπορούµε να αναφέρουµε πως µόνο στο Ηνωµένο Βασίλειο, εκτιµάται ότι οι καταναλωτές διαθέτουν αφόρετα ρούχα 50 δισεκατοµµυρίων δολαρίων, ενώ κάθε δευτερόλεπτο που περνά καίγεται ή πετιέται σε χωµατέρες το ισοδύναµο ενός αποριµµατοφόρου γεµάτου ρούχα και υφάσµατα, που ούτε αγοράζονται, ούτε φοριούνται…

∆εν θα πάψουµε να το επαναλαµβάνουµε. Το ζητούµενο για τους κρατικούς αξιωµατούχους, τους «ειδικούς», τις πολυεθνικές, τους εµπόρους όπλων, τους ενεργειακούς κολοσσούς, είναι να παραµείνει ανέγγιχτο το σύστηµα καταπίεσης και εκµετάλλευσης. Ως εκ τούτου, δεν τους ενδιαφέρουν ούτε η διάσωση του πλανήτη ούτε οι πραγµατικές ανάγκες των ανθρώπων, παρά ο διαρκής έλεγχος της ανθρώπινης συµπεριφοράς, η «επανεκπαίδευση» των κοινωνιών στην υπακοή, η κοινωνική προσαρµογή και πειθάρχηση σε κάθε νέο αφήγηµα «κοινού σκοπού», που δήθεν διέπει «ολόκληρη την ανθρωπότητα», αλλά και η «εθελούσια» συµµετοχή στους κυριαρχικούς σχεδιασµούς. Η µόνη «µετάβαση» που οργανώνουν συστηµατικά οι καταστροφείς του πλανήτη βρίσκεται αποκλειστικά σ’ αυτήν την κατεύθυνση, χωρίς δισταγµούς, δίχως αµφιταλαντεύσεις, δίχως καθυστερήσεις, δίχως να υπολογίζονται οι «παράπλευρες» απώλειες. Παρ’ όλα αυτά, δεν είµαστε αδύναµοι όταν στεκόµαστε απέναντι τους. Το αντίθετο συµβαίνει, όταν αρνούµαστε να συναινέσουµε στον κυρίαρχο λόγο, όταν οι αρνήσεις µας γίνονται πράξη, όταν παλεύουµε για την καταστροφή των εξουσιαστικών και εκµεταλλευτικών σχέσεων, όταν αγωνιζόµαστε για την ολική απελευθέρωση από τα εξουσιαστικά δεσµά. Παρά τα µέσα και τους µηχανισµούς που διαθέτουν, την ισχύ, την οργάνωση, τον πλούτο, αλλά και τα επιστηµονικά επιτελεία, την δύναµη και την ικανότητα να παραπληροφορούν και γενικά να σπέρνουν την σύγχυση, µπορούµε εύκολα να διαπιστώσουµε ότι δεν έχουν επιβληθεί καθολικά και δεν πρόκειται.

Όσο για την διευθέτηση της «κλιµατικής κρίσης», όπως το έθεσε πρόσφατα και το Γραφείο ευθύνης για τον προϋπολογισµό της κυβέρνησης του Ηνωµένου Βασιλείου, το ζήτηµα µπορεί να το λύσει η φύση από µόνη της, όπως πολλές φορές στο παρελθόν, µε αποτέλεσµα να καταστραφούν «υπέρλαµπροι» πολιτισµοί και αυτοκρατορίες…

Η “ενεργειακή αφθονία” ως εργαλείο για την ευηµερία του συστήµατος

Η τεχνολογική και επιστηµονική εξέλιξη, µόνο “χειραφετηµένες” δεν είναι από το πολιτικό σύστηµα µιας και στο οποίο ενυπάρχουν, µιας και η δηµιουργία των επιτευγµατών στους προαναφερθέντες τοµείς καθορίζεται από τις κρατικοκαπιταλιστικές επιταγές (κερδοφορία για τα προνοµιούχα στρώµατα, καταστολή, κοινωνικοοικονοµικός έλεγχος, κ.ά.). Κινητήρια δύναµη και προαπαιτούµενο για την δηµιουργία και χρήση των τεχνολογικό/επιστηµονικών καινοτοµιών είναι η απρόσκοπτη πρόσβαση σε άφθονη ενέργεια. Σε κάποιες από αυτές τις εφαρµογές ο τρόπος παραγωγής και η χρήση τους, αποδεικνύει περίτρανα ότι το καπιταλιστικό σύστηµα δεν διστάζει να καταναλώσει τεράστια ποσά ενέργειας για προϊόντα ή υπηρεσίες που σκοπός τους είναι αποκλειστικά η κερδοφορία και η διαιώνιση του συστήµατος κυριαρχίας.

Η δηµιουργία των κρυπτονοµισµάτων είναι ένα κλασικό παράδειγµα, για το πώς η ενέργεια µπορεί να µετασχηµατιστεί αµιγώς σε ένα µέσο χρηµατοπιστωτικής συναλλαγής και πλουτισµού. Τα κρυπτονοµίσµατα που πρωτοκυκλοφόρησαν το 2009 είναι µια εναλλακτική µορφή χρηµατικής συναλλαγής, η οποία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις καθιερωµένες οικονοµικές δοµές, που όµως, µε την τωρινή τεχνολογία παραγωγής τους, αποτελούν µια ενεργειακή “µαύρη τρύπα”. Τα ποσά ενέργειας που καταναλώνονται για την παραγωγή κρυπτονοµισµάτων είναι δύσκολο να προσδιοριστούν µε ακρίβεια. Οι προβλέψεις αναφέρουν ότι το bitcoin που είναι το δηµοφιλέστερο κρυπτονόµισµα απαιτεί ετησίως για την παραγωγή του περίπου 139 τεραβατώρες (TWh) -ένα ποσό που είναι µεγαλύτερο από την κατανάλωση ενέργειας σε πολλές χώρες, όπως π.χ. η Νορβηγία. Αν το bitcoin ήταν χώρα, θα ήταν η 41η πιο απαιτητική ενεργειακά χώρα στον πλανήτη. Μόνο οι ΗΠΑ, που παράγουν περίπου το 1/3 της παγκόσµιας παραγωγής bitcoin, εκτιµάται ότι για αυτή την δραστηριότητα εκπέµπουν 25-50 εκατοµµύρια τόνους CO2 ετησίως -όσο περίπου CO2 εκπέµπεται ετησίως στις ΗΠΑ από ολόκληρο το σιδηροδροµικό δίκτυο.

Η τεχνητή νοηµοσύνη (AI) και οι τεχνολογικές εφαρµογές της αποτελούν τον πλέον αναπτυσσόµενο τεχνολογικό κλάδο µε τέτοιο ρυθµό, που αποτελούν πλέον έναν διεπιστηµονικό κόµβο στον οποίο συγκλίνουν όλες οι επιστήµες. Και ενώ οι προβληµατισµοί και οι ενστάσεις για την χρήση και κατάχρηση των εφαρµογών της AI αποτελούν ένα καθηµερινό επίδικο, ελάχιστα έχει αναλυθεί ως ενεργειακό φαινόµενο. Η περίφηµη εφαρµογή ChatGPT χρησιµοποιεί περίπου δεκαπλάσια ενέργεια ανά ώρα από µια τυπική αναζήτηση στο διαδίκτυο. Συνολικά η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από κέντρα δεδοµένων βελτιστοποιηµένα για την AI τα επόµενα χρόνια αναµένεται να ακολουθήσει εκθετική πορεία, µε τις προβλέψεις σε βάθος τριετές να δείχνουν δεκαπλασιασµό των ενεργειακών αναγκών. Αν η πρόβλεψη στοχεύσει σε βάθος πενταετίας, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από τα κέντρα δεδοµένων συνολικά, µε αιχµή την αύξηση στις εφαρµογές της ΑΙ, θα υπερδιπλασιαστεί έως το 2030 και θα είναι περισσότερη από την συνολική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ιαπωνία σήµερα. Τα data center (κτήρια ή χώροι µε υπολογιστές και τηλεπικοινωνιακές υποδοµές) δεν είναι όµως µόνο ενεργειακά κοστοβόρα, αλλά “διψούν” επίσης για έναν ακόµα πιο ευαίσθητο φυσικό πόρο, το νερό. Οι υπολογιστές και κυρίως οι διακοµιστές που είναι κατασκευασµένοι για AI, επεξεργάζονται τεράστιες ποσότητες δεδοµένων και έχουν µεγαλύτερη πυκνότητα ισχύος και µεγαλύτερες απαιτήσεις ψύξης, µε καταστροφικά αποτελέσµατα σε χώρες όπου έχουν κατασκευαστεί µαζικά, ειδικά όταν αυτές βρίσκονται σε ξηροθερµικές περιοχές όπως η Χιλή. Ο θεσµικός οργανισµός Water UK υπολόγισε, ότι τα κέντρα δεδοµένων που θα κατασκευαστούν στη Βρετανία την επόµενη πενταετία θα χρειαστούν περίπου την ποσότητα νερού που θα κατανάλωναν περίπου 500.000 άτοµα.

Ο καπιταλισµός και ειδικότερα η πρόσφατη εκδοχή του “περιβαλλοντικά ευαίσθητου” πράσινου καπιταλισµού, εστιάζει στις µορφές ενέργειας που τροφοδοτούν το ενεργειακό µείγµα που χρησιµοποιείται, µε κυριότερο στόχο να ανοίξει νέους δρόµους κερδοφορίας σε κράτος και κεφάλαιο. Προωθεί παράλληλα την ψευδαίσθηση, ότι ο πλανήτης µπορεί να είναι “υγιής” χωρίς παράλληλα να χρειάζεται η αντιπαράθεση µε το υπάρχον κοινωνικοοικονοµικό µοντέλο και τον τωρινό τρόπο ζωής και κατανάλωσης. Ο έλεγχος όµως των πρώτων υλών, των ενεργειακών πηγών και οι εφαρµογές στις οποίες κατά προτεραιότητα κατευθύνεται η ενεργειακή κατανάλωση (πόλεµοι, χρηµατοπιστωτικό σύστηµα, εξέλιξη των συστηµάτων καταστολής και επιτήρησης, κ.ά.) δεν αποτελούν µια σύνθεση διαφορετικών επιµέρους επιλογών αλλά απαραίτητο δοµικό στοιχείο για το κρατικοκαπιταλιστικό σύστηµα.

Η καταστροφή των δοµών/µηχανισµών/σχέσεων που εξουσιάζουν τα ανθρώπινα και µη όντα, η µείωση της υπερπαραγωγής και η κατανοµή ενέργειας και προϊόντων, σύµφωνα µε τις πραγµατικές ανάγκες, είναι βήµατα αναγκαία για την ανάσχεση των συνεπειών στο φυσικό περιβάλλον.

Ενεργειακά mega-projects και ελληνική πραγµατικότητα

Επιχειρώντας µια στοιχειώδη χαρτογράφηση του ενεργειακού τοπίου όσον αφορά στον ελλαδικό χώρο, η γεωγραφική θέση του ελληνικού κράτους στην ευρύτερη περιοχή της ν. Ευρώπης, των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου γίνεται στρατηγικό εργαλείο στα χέρια της εκάστοτε κεντρικής εξουσίας, προκειµένου να διεκδικήσει ενεργό ρόλο στον διεθνή διακρατικό και καπιταλιστικό ανταγωνισµό, -µεταξύ άλλων, και- µέσα από τη µετατροπή του σε ενεργειακό διαµετακοµιστικό κόµβο. Ταυτόχρονα, το ελληνικό κράτος προβάλλεται ως «στήριγµα σταθερότητας» για τη «διεθνή κοινότητα» και το πολυεθνικό κεφάλαιο, που δραστηριοποιείται απ’ άκρη σ’ άκρη στην περιοχή, µε αναπτυξιακά έργα που σαρώνουν γη, νερό και αέρα, και τα οποία εντάσσονται στον κατάλογο µε τα µεγαλύτερα ενεργειακά επενδυτικά πλάνα στην ευρύτερη περιοχή της Ν.Α. Μεσογείου.

Όσον αφορά στα σχέδια διέλευσης αγωγών, η συµφωνία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ για τη δηµιουργία του αγωγού µεταφοράς φυσικού αερίου EAST MED δείχνει να επανεκκινείται το τελευταίο διάστηµα, µε τη ∆ηµόσια Παρουσίαση της Μελέτης Εκτίµησης Περιβαλλοντικών και Κοινωνικών Επιπτώσεων του έργου από την κατασκευάστρια εταιρεία IGI Poseidon, στις 14 Μαΐου στην Κύπρο. Την ίδια στιγµή, στο πεδίο των εξορύξεων υδρογονανθράκων, την ηµέρα ορκωµοσίας του Trump, ανακοινώθηκε το ενδιαφέρον της Chevron, της δεύτερης µεγαλύτερης εταιρίας εξορύξεων των ΗΠΑ µετά την Exxon Mobil, για δύο οικόπεδα δυτικά της Πελοποννήσου. Και ενώ αναµένονταν η προκήρυξη διαγωνισµού για την παραχώρηση της περιοχής για έρευνα, ξαφνικά προστέθηκαν δύο άλλες περιοχές νότια της Κρήτης και προκηρύχθηκαν όλες µαζί την περασµένη Παρασκευή 2 Μαΐου. Με εκθετικό τρόπο κινούνται και οι ΒΑΠΕ, µε τη δηµιουργία τεράστιων εκτάσεων µε αιολικά, φωτοβολταϊκά πάρκα και ηλιοθερµικές εγκαταστάσεις, οι οποίες απαιτούν επιπλέον πυκνά δίκτυα, όπως υποσταθµούς, ταµιευτήρες νερού, δρόµους και γραµµές µεταφοράς.

Στο ίδιο πλαίσιο, η πυρηνική ενέργεια µπαίνει εµφατικά στον δηµόσιο διάλογο, ως ασφαλής και «καθαρή» πηγή ενέργειας που θα αποτελέσει τη «λύση», αφ’ ενός στις ολοένα αυξανόµενες ενεργειακές ανάγκες, αφ’ ετέρου στο φαινόµενο του θερµοκηπίου και την κλιµατική αλλαγή. Σε αυτήν την κατεύθυνση, από το 2000, ένα ολόκληρο λόµπι επιστηµόνων και οργανισµών λειτουργεί σε εντεταλµένο υποστηρικτικό ρόλο για την επανανοµιµοποίησή της στην κοινωνική συνείδηση. Απέναντι σ’ αυτήν την αφήγηση, να υπενθυµίσουµε ότι πέρα από την απειλή του πυρηνικού πολέµου, η χρήση της πυρηνικής ενέργειας µόνο «καθαρή» δεν είναι, µιας και το ζήτηµα της διαχείρισης και αποθήκευσης των πυρηνικών αποβλήτων, της ενεργοβόρας και κοστοβόρας κατασκευής και απόσυρσης των πυρηνικών εργοστασίων, της εξόρυξης των πρώτων υλών και της διαρκούς απειλής ενός πυρηνικού ατυχήµατος -ειδικά σε σεισµογενείς περιοχές, όπως ο ελλαδικός χώρος- την καθιστούν από τις πιο επικίνδυνες µορφές ενέργειας, η οποία µπορεί να αφανίσει κάθε µορφή ζωής. Στην εδώ πραγµατικότητα, οι υποστηρικτές της διατείνονται ότι η απόκτηση πυρηνικών αντιδραστήρων από το ελληνικό κράτος θα διασφάλιζε την ενεργειακή του αυτονοµία, ενώ η συζήτηση για την άµεση κατασκευή µικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMRs) έχει ξεκινήσει και προχωράει µε γρήγορους ρυθµούς. Πρώτη η Ακαδηµία Αθηνών, από το 2022 κιόλας, έχει προτείνει την εκκίνηση διαδικασιών που θα οδηγήσουν στη δηµιουργία του κατάλληλου θεσµικού και τεχνολογικού υπόβαθρου για την ετοιµότητα του ελληνικού κράτους να υποδεχθεί την πυρηνική ενέργεια. Στο δε πρόσφατο Φόρουµ των ∆ελφών, το ζήτηµα της πυρηνικής ενέργειας όχι µόνο αναφέρθηκε, αλλά η προώθηση των SMRs υπήρξε κεντρικό ζήτηµα στην ενεργειακή ατζέντα.

Στα καταστροφικά αναπτυξιακά-ενεργειακά σχέδια κράτους και κεφαλαίου για το εγγύς µέλλον έρχονται να προστεθούν οι µεγάλες επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας, την εξόρυξη κρίσιµων ορυκτών και τις νέες διεθνείς διασυνδέσεις.




Ενάντια στης φύσης τη λεηλασία

αγώνας για τη γη και την ελευθερία




Πρωτοβουλία αναρχικών συλλογικοτήτων ενάντια στη λεηλασία της φύσης




Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.260, Ιούνιος 2025