editorial

Η άλωση της χώρας μέσα από την "ενεργειακή μετάβαση" / γράφει η Βάννα Σφακιανάκη

  Βάννα Σφακιανάκη * Η πολιτική «Ελλάδα – Ενεργειακός Κόμβος», η εφαρμογή της «ενεργειακής μετάβασης» στη χώρα μας, αναδιαρθρώνει βίαια το π...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνική οικολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνική οικολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Η Κλιματική Αλλαγή και η Ανάγκη για ένα Νέο Παράδειγμα


του Yavor Tarinski
Μετάφραση: Γεωργία Κανελλοπούλου, Ουλαλούμ
"Παρά τις διεθνείς συσκέψεις, που πραγματεύονται από τη βιοποικιλότητα μέχρι την κλιματική αλλαγή, οι εθνικές πολιτικές ελίτ έχουν κάνει αδύνατο το να έρθουν σε ουσιαστικές συμφωνίες για να αντιμετωπίσουν την περιβαλλοντική κρίση. Μα δεν θα αποφύγουμε το να φανταζόμαστε ένα νέο και διαφορετικό σενάριο από το σημερινό. Ασφαλώς, ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός."  Δημήτρης Ρουσσόπουλος [1]

Ζούμε σε καιρούς όπου φαίνεται να υπάρχει μια κρίση για το καθετί -από τον λεγόμενο οικονομικό τομέα, μέσω των σύγχρονων μαζικών μεταναστευτικών διεργασιών, μέχρι τη σοβαρή διάβρωση του κοινωνικού ιστού. Οι ηγετικές ελίτ, αφοσιωμένες στο κυρίαρχο δόγμα του οικονομισμού, συνηγορούν στην προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί στην οικονομία, πολλοί ακτιβιστές αγωνίζονται για την ανθρώπινη αντιμετώπιση των μεταναστών, ενώ αυξάνεται ο αριθμός νέων μυστικιστών που καλούν σε φυγή και ατομική σωτηρία.

Υπάρχει πάντως μία κρίση, που έχει άνισα παραμεληθεί, σε σύγκριση με τις άλλες αναφερόμενες κρίσεις -η κλιματική. Υπάρχει λόγος που αυτό το σοβαρό πρόβλημα συνεχώς παραμερίζεται από τους έχοντες την εξουσία. Αντίθετα από την οικονομική κρίση, που προσφέρει ένα ευρύ πεδίο για διαφορετικούς οικονομικούς «σαμάνους» που θέτουν τις θεωρίες χωρίς να ξεφεύγουν από τον οικονομισμό, η κλιματική αλλαγή και η συνεχής περιβαλλοντική υποβάθμιση αμφισβητούν τα συμβατικά δόγματα της διαρκούς ανάπτυξης και κυριαρχίας, απαιτώντας λύσεις πέραν αυτών. Βεβαίως, υπάρχουν σύνοδοι και συμφωνίες για την αντιμετώπιση του προβλήματος, αλλά οι αποφάσεις τους είναι μη δεσμευτικές και συχνά παραμελούνται στο όνομα της οικονομικής «ευημερίας».

Η κλιματική κρίση, όπως αποκαλύπτουν όλο και περισσότερες έρευνες, θα μας κάνει να πληρώσουμε ένα ακριβό τίμημα για το σπάταλο και καταστροφικό τρόπο ζωής, που προωθεί ο καπιταλισμός. Και θα επιδεινώσει και τις υπόλοιπες συνεχιζόμενες κρίσεις. Δεν είναι ακόμα ξεκάθαρες οι ακριβείς συνέπειες και οι διεργασίες που θα ενεργοποιηθούν με την κλιματική αλλαγή, αλλά είναι ξεκάθαρο πως τα αποτελέσματα δεν θα μας αρέσουν, εκτός αν αποφασίσουμε να αλλάξουμε το σύγχρονο κυρίαρχο παράδειγμα με ένα καινούριο που θα μας επιτρέπει να αναπτύσσουμε τις δυνατότητες μας μέσα στα όρια του πλανήτη.

Κλιματική Αλλαγή και Παγκόσμια Φτώχεια

Πολλές εκθέσεις [2] υποδεικνύουν ότι η εξελισσόμενη κλιματική αλλαγή θα οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα φτώχειας. Η γεωργία είναι τεράστιας σημασίας για τις χώρες του νότου. Είναι επίσης η βασική πηγή διαβίωσης αμέτρητων αυτόχθονων κοινοτήτων που βλέπουν εχθρικά την ιδιωτική και την κρατική περίφραξη των κοινών αγαθών. Αλλά είναι και πιο ευαίσθητες στην κλιματική αλλαγή λόγω της εξάρτησης τους από τις καιρικές συνθήκες.

Οι ραγδαίες αλλαγές σε αυτές τις συνθήκες θα οδηγήσουν σε τροφικές ελλείψεις. Εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, υπάρχει ήδη μείωση στην απόδοση σιταριού και καλαμποκιού σε τροπικές περιοχές, όπως και στις καλλιέργειες ρυζιού και σόγιας. Τέτοιες ελλείψεις θα οδηγήσουν σε αυξήσεις τιμών που θα εξοντώσουν τους φτωχότερους, ενώ θα κάνουν πρακτικά αδύνατους τους παραδοσιακούς και αειφόρους τρόπους ζωής που δεν εξαρτώνται από εισαγωγές. Πολλές εκθέσεις [3] λένε ότι μέχρι το 2030 περίπου 100 εκατομμύρια άνθρωποι θα πέσουν κάτω από το όριο της φτώχειας λόγω της κλιματικής αλλαγής.

Κλιματικοί Πρόσφυγες

Οι αλλαγές του κλίματος στον πλανήτη θα επηρεάσουν επίσης τις μεταναστευτικές διεργασίες [4]. Με την αύξηση της θερμοκρασίας και της στάθμης της θάλασσας (που οφείλεται στο λιώσιμο των πάγων της Ανταρκτικής) πολλοί άνθρωποι (κλιματικοί πρόσφυγες) θα αναγκαστούν να αφήσουν τα σπίτια τους λόγω πλημμύρας ή ξηρασίας.

Ήδη υπάρχουν τέτοια παραδείγματα. Το νησί Bhola στο Μπανγκλαντές καλύφθηκε μερικώς από τη θάλασσα το 1995, αφήνοντας μισό εκατομμύριο κατοίκους άστεγους. Σε μια άλλη περίπτωση, οι κάτοικοι του νησιού Tuvalu έκαναν συμφωνία με τη Νέα Ζηλανδία να δεχτεί τους 11.600 κατοίκους σε περίπτωση που το νησί βυθιστεί κάτω από το νερό. Πολλές παράκτιες πόλεις σε όλο τον κόσμο είναι ευάλωτες στην αύξηση της στάθμης της θάλασσας: Μανχάταν, Λονδίνο, Σαγκάη, Αμβούργο, Μπανγκόγκ, Τζακάρτα, Μανίλα, Μπουένος Άιρες.

Οι ξηρασίες και η επέκταση της ερήμου ενισχύονται επίσης από την κλιματική αλλαγή. Χώρες της βόρειας Αφρικής όπως η Λιβύη, η Τυνησία και το Μαρόκο χάνουν ετησίως πάνω από 1.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα παραγωγικής γης λόγω της ερημοποίησης. Η έρημος Γκόμπι στην Ασία επεκτείνεται πάνω από 3,600 τετραγωνικά χιλιόμετρα κάθε χρόνο, εξαναγκάζοντας τους αγρότες και τους χωρικούς να μεταναστεύουν στις υπερπληθείς αστικές περιοχές της Κίνας.

Αντίθετα από τους πρόσφυγες πολέμου, οι κλιματικοί (περιβαλλοντικοί) πρόσφυγες δεν προστατεύονται από το διεθνές δίκαιο [5]. Έτσι, οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν όταν μεταναστεύουν σε ξένες περιοχές, είναι πολύ μεγαλύτεροι. Με την αναμενόμενη εντατικοποίηση της κλιματικής αλλαγής, θα δούμε νέα φαινόμενα και ανθρωπιστικές κρίσεις εξαιτίας της ιδιαιτερότητας αυτού του νέου τύπου μεταναστευτικών κυμάτων.

Επιλέγοντας ένα Διαφορετικό Παράδειγμα


Η κλιματική αλλαγή θα βαθύνει τις άλλες υπό εξέλιξη κρίσεις. Έχει τη δυνατότητα να αλλάξει ραγδαία το πρόσωπο του πλανήτη, κάνοντας το μέλλον μας σε αυτόν αβέβαιο. Με μια έννοια, είναι μια ολιστική κρίση. Έτσι η κλιματική κρίση έχει έναν υπαρξιακό χαρακτήρα που μας τοποθετεί σε ένα σταυροδρόμι -να συνεχίσουμε στο δρόμο που είμαστε τώρα, ή να διαλέξουμε ένα διαφορετικό μονοπάτι. Γι’ αυτό οι συμβατικές προσεγγίσεις όπως ο υπεύθυνος κοινοβουλευτισμός και ο πράσινος καπιταλισμός φαίνονται εκτός τόπου και δεν προσφέρουν πραγματική λύση στην κλιματική αλλαγή.

Είναι η λογική της κυριαρχίας που βρίσκεται στη βάση του σύγχρονου δόγματος της ατελείωτης οικονομικής ανάπτυξης, αυτή που κόβει το κλαδί στο οποίο καθόμαστε. Ο Μάρει Μπούκτσιν έχει εμβριθώς αποδείξει στις δουλειές του το πώς η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο ενισχύει την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση, και το αντίστροφο. Για να δραπετεύσει από αυτόν τον φαύλο κύκλο, η κοινωνία πρέπει να εξαλείψει την κυριαρχία σε όλες της τις μορφές, ώστε κρίσεις σαν την κλιματική να μπορέσουν να αποφευχθούν.

Αυτό απαιτεί, πάντως, ένα κίνημα πέραν του στενού περιβαλλοντισμού, που περιορίζεται στον κοινοβουλευτικό λομπισμό και στον πράσινο καταναλωτισμό, γιατί εστιάζει σε συγκεκριμένα προϊόντα, αντί να στοχεύει στη ρίζα του προβλήματος, που είναι η κυριαρχία. Αντ΄αυτού, χρειάζεται ένα νέο ολιστικό παράδειγμα, βασισμένο σε αντίθετη λογική και αξίες, που μπορεί να παρέχει απτές φαντασιακές σημασίες που θα αντικαταστήσουν τις σημερινές κυρίαρχες.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το εγχείρημα της κοινωνικής και ατομικής αυτονομίας. Αντιτάσσει στις σύγχρονες οργανωτικές δομές της ιεραρχίας και της κυριαρχίας αυτές της άμεσης δημοκρατίας. Σε αυτό το παράδειγμα είναι οι πολίτες που καθορίζουν δημοκρατικά τους νόμους και τους θεσμούς κάτω από τους οποίους θα ζουν, και όχι κάποιες μικρές ελίτ. Έτσι, θέτει σε αμφισβήτηση την κυριαρχία ανθρώπου σε άνθρωπο, προτείνοντας αντ’ αυτής τη συλλογική αυτό-θέσμιση όλων σαν ισότιμοι πολίτες.

Η διαβουλευτική φύση του εγχειρήματος της αυτονομίας απορρίπτει επίσης τη λογική της ατέλειωτης οικονομικής ανάπτυξης. Οι σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες δεν αναγνωρίζουν κανένα όριο. Δεν τίθεται κανένα ερώτημα κατά πόσο κάτι πρέπει να γίνει ή να δημιουργηθεί, παρά μόνο πώς και πότε. Το εγχείρημα της αυτονομίας από την άλλη, συνεπάγεται δημοκρατικό αυτό-περιορισμό, που ξεπερνάει τη στενή τεχνο-επιστήμη και βάζει μπροστά την πολιτική επιλογή. Είναι δημοκρατική απόφαση των πολιτών ποια κατεύθυνση θα πάρει η κοινωνία τους. Απόφαση αν θα διαπράξουν συλλογική αυτοκτονία ή αν θα ζήσουν άνετα μέσα στους δεδομένους περιορισμούς του πλανήτη. Ο αυτό-περιορισμός δεν σημαίνει επιβολή λιτότητας ή υποχώρηση σε πρωτογονισμό, αλλά αναγνώριση και προσδιορισμό συγκεκριμένων ορίων, περιβαλλοντικών και πολιτικών. Έτσι, το αίσθημα υπεροχής πάνω στη φύση, που προωθείται από το δόγμα της ατέλειωτης οικονομικής ανάπτυξης, αντικαθίσταται από τη συμβιωτική διαχείριση, που υιοθετείται συλλογικά από όλους στην κοινωνία.

Συμπερασματικά

Η εξελισσόμενη κλιματική αλλαγή είναι μια ολιστική κρίση και σαν τέτοια απαιτεί μία ολιστική απάντηση. Δεν μπορεί να επιλυθεί από οικονομικούς ειδικούς, επαγγελματίες περιβαλλοντολόγους ή πολιτικούς αντιπροσώπους. Αυτό που απαιτεί μία τέτοιου μεγέθους κρίση για να ξεπεραστεί είναι η ριζική αλλαγή παραδείγματος.

Η ανάδυση πολιτών ικανών για ατομικό και συλλογικό συνειδητό αυτό-περιορισμό πέρα από κυριαρχία και ιεραρχία, είναι αυτό που μια εναλλακτική προσέγγιση θα έπρεπε να δρομολογεί. Αυτό πάντως μπορεί να γίνει από κοινούς ανθρώπους μέσω ανοιχτών δομών συμμετοχής και χειραφέτησης που μπορούν να εμφυτεύσουν την υπευθυνότητα και την αυτονομία σε κάθε σφαίρα της ανθρώπινης ζωής.




Σημειώσεις:

[1] Dimitrios Roussopoulos in Political Ecology: Beyond Environmentalism (2015), New Compass Press, pp 117/131

[2] http://www.pbs.org/wgbh/frontline/article/un-report-climate-change-will-deepen-poverty-hunger/

[3] https://www.google.gr/amp/relay.nationalgeographic.com/proxy/distribution/public/amp/2015/12/151201-datapoints-climate-change-poverty-agriculture

[4] https://www.nationalgeographic.org/encyclopedia/climate-refugee/

[5] http://climate.org/climate-refugees-exposing-the-protection-gap-in-international-law/

*Το παρόν κείμενο αποτελεί την εισήγηση του Yavor Tarinski στο Διεθνές Αντιεξουσιαστικό Φεστιβάλ του Περιοδικού Βαβυλωνία “B-FEST” που έλαβε χώρα στις 26/05/17 με τίτλο «Πλανήτης S.O.S.: Κλιματική Αλλαγή & Παγκόσμια Φτώχεια». Η αγγλική του εκδοχή εδώ.


πηγή

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

Ούρσουλα Λε Γκεν: Ο Μάρεϋ Μπούκτσιν και το μέλλον της αριστεράς

Πρόλογος στη συλλογή κειμένων του Μάρεϋ Μπούκτσιν, Η Επόμενη Επανάσταση,
που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Verso.


Η "αριστερά", είναι ένας όρος που αποκτά τη σημασία του από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, και διευρύνει αυτή τη σημασία με την άνοδο του σοσιαλισμού, του αναρχισμού και του κομμουνισμού. Η Ρωσική επανάσταση εγκαθίδρυσε μια κυβέρνηση εξολοκλήρου αριστερή στη σύλληψή της, αριστερά και δεξιά κινήματα χώρισαν την Ισπανία, δημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική τοποθετήθηκαν στη διάταξη που χωρίζει τους δύο πόλους. Αριστεροί φιλελεύθεροι σκιτσογράφοι απεικόνισαν την αντιπολίτευση ως ένα χοντρό πλουτοκράτη με πούρο, τη στιγμή που αντιδραστικοί στις ΗΠΑ δαιμονοποίησαν τους «κομμουνιστές» από τη δεκαετία του ’30 και σε όλη τη διάρκεια του ψυχρού πόλεμου. Η αντίθεση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς, συχνά παρά την όποια υπεραπλούστευσή της, υπήρξε για δύο αιώνες χρήσιμη ως υπενθύμιση και περιγραφή μιας δυναμικής ισορροπίας.

Συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε τους όρους στον εικοστό πρώτο αιώνα, τι παραμένει αριστερό στην Αριστερά όμως; Η αποτυχία του κρατικού κομμουνισμού, η σιγανή ενσωμάτωση κάποιου βαθμού σοσιαλισμού από τις δημοκρατικές κυβερνήσεις, η αμείλικτη δεξιόστροφη κίνηση της πολιτικής όπως καθοδηγείται από τον εταιρικό καπιταλισμό, έκανε την προοδευτική σκέψη να δείχνει σε μεγάλο βαθμό, ξεπερασμένη ή περιττή ή απατηλή. Η Αριστερά περιθωριοποιήθηκε μέσα στη σκέψη της, αποσπασματοποιήθηκε στους στόχους της χωρίς να πείθει για την ικανότητά της να ενώσει. Ιδιαίτερα στην Αμερική, η στροφή προς τα δεξιά υπήρξε τόσο ισχυρή ώστε ο καθαρός φιλελευθερισμός αποτελεί πλέον το τρομοκρατικό φάντασμα που υπήρξε κάποτε ο αναρχισμός ή ο σοσιαλισμός, και οι αντιδραστικοί αποκαλούνται πλέον ως «μετριοπαθείς».

Έτσι, σε μια χώρα που το μόνο που κάνει είναι να κλείνει το αριστερό της μάτι και να χρησιμοποιεί μόνο το αριστερό της χέρι, που ακριβώς χωράει ένας αμφιδέξιος και διόφθαλμος απίθανος γέρος όπως ο Μάρεϋ Μπούκτσιν;

Θα βρει το δρόμο του ανάμεσα στους αναγνώστες. Πολλοί άνθρωποι αναζητούν μια συνεπή και εποικοδομητική σκέψη στην οποία μπορούν να βασίσουν τη δράση τους – μια απογοητευτική αναζήτηση. Θεωρητικές προσεγγίσεις που δείχνουν πολλά υποσχόμενες, όπως το Libertarian Party, καταλήγουν να είναι σαν την Ayn Rand μεταμφιεσμένη. Άμεσες και αποτελεσματικές λύσεις σε ένα πρόβλημα καταλήγουν, όπως το κίνημα Occupy, να στερούνται δομής και αντοχής για να έχουν διάρκεια. Οι νέοι, οι άνθρωποι που αυτή η κοινωνία προδίδει κατάφωρα και αποδεικνύεται κατώτερη των προσδοκιών που η ίδια τους δημιουργεί, αναζητούν μια ευφυή, ρεαλιστική και μακροπρόθεσμη σκέψη: όχι μια ακόμη οργισμένη ιδεολογία, αλλά μια πρακτική υπόθεση εργασίας, μια μεθοδολογία για το πως να ξαναπάρουμε τον έλεγχο του που πάμε. Η επίτευξη αυτού του στόχου απαιτεί μια επανάσταση τόσο δυνατή, μιας και επηρεάζει βαθιά την κοινωνία ως όλο, όση και η δύναμη που επιθυμεί να τιθασεύσει.

Ο Μάρεϋ Μπούκτσιν ήταν ειδικός στη μη βίαιη επανάσταση. Στοχάστηκε πάνω στις ριζοσπαστικές κοινωνικές αλλαγές, τις σχεδιασμένες και μη, και τους τρόπους της καλύτερης δυνατής προετοιμασίας τους, όλη του τη ζωή. Μια νέα συλλογή κειμένων του, Η Επόμενη Επανάσταση: Λαϊκές συνελεύσεις και η υπόσχεση της άμεσης δημοκρατίας, που κυκλοφόρησε τον προηγούμενο μήνα από τις εκδόσειςVerso, μας μεταφέρει στον αναστοχασμό της ζωής του και το απειλητικό μέλλον που αντιμετωπίζουμε.

Οι ανυπόμονοι, ιδεαλιστικοί αναγνώστες μπορούν να τον βρουν άβολα σκληρό στη σκέψη. Είναι απρόθυμος να υπερπηδήσει την πραγματικότητα χάριν ονείρων με χαρούμενο τέλος, ανάλγητος στο καθαρό αδίκημα που προσποιείται ότι είναι πολιτική δράση: «Μια πολιτική αταξίας ή “δημιουργικού χάους”, ή μια αφελής πρακτική κυριαρχίας στους δρόμους (συνήθως κάτι περισσότερο από ένα φεστιβάλ στο δρόμο), πισωγυρίζει τους συμμετέχοντες στη συμπεριφορά μιας αγέλης νεαρών». Αυτό ανταποκρίνεται περισσότερο στο Καλοκαίρι της Αγάπης παρά στο κίνημα Occupy, αποτελεί παρόλα αυτά μια μόνιμα πειστική απειλή.

Ο Μπούκτσιν όμως δεν είναι ένας σκυθρωπός πουριτανός. Τον διάβασα πρώτη φορά ως αναρχικό, πιθανόν τον πιο εύγλωττο και σκεπτόμενο τις γενιάς του, ενώ η απομάκρυνσή του από τον αναρχισμό δεν τον έκανε να χάσει καθόλου την αίσθηση της χαράς της ελευθερίας. Δεν θέλει να δει αυτή τη χαρά, να καταρρέει ξανά, ανάμεσα στα ερείπια της ίδιας του της ευφορικής αδιαφορίας.

Εκείνο που έχει κληθεί να αντιμετωπίσει κάθε πολιτική και κοινωνική σκέψη τελικά, είναι φυσικά η αναπότρεπτη υποβάθμιση του περιβάλλοντος που προκαλεί ο ασυγκράτητος βιομηχανικός καπιταλισμός: το τεράστιο γεγονός για το οποίο η επιστήμη προσπαθούσε να μας πείσει εδώ και πενήντα χρόνια, τη στιγμή που η τεχνολογία μας παρείχε ακόμη μεγαλύτερους περισπασμούς από αυτό το γεγονός. Οποιοδήποτε προνόμιο μας απέφερε ο βιομηχανισμός και ο καπιταλισμός, οποιοδήποτε υπέροχο πλεονέκτημα στη γνώση, στην υγεία, στην επικοινωνία και στην άνεση, ρίχνει την ίδια θανάσιμη σκιά πάνω μας. Ό,τι διαθέτουμε, το έχουμε πάρει από τη γη. Και αυτό που παίρνουμε με συνεχώς αυξανόμενη ταχύτητα και απληστία, το επιστρέφουμε όχι μόνο δυσανάλογα, αλλά άγονο ή δηλητηριασμένο.

Παρ' όλα αυτά δεν μπορούμε να σταματήσουμε την διαδικασία. Μια καπιταλιστική οικονομία, εξ ορισμού, ζει από τη μεγέθυνση. Όπως παρατηρεί ο Μπούκτσιν: «Για τον καπιταλισμό το να σταματήσεις την ασυλλόγιστη επέκτασή του θα ήταν σαν να διέπραττες κοινωνική αυτοκτονία». Ουσιαστικά διαλέξαμε τον καρκίνο ως το μοντέλο του κοινωνικού μας συστήματος.
Η, μεγεθύνσου ή πέθανε, προστακτική του καπιταλισμού έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με την οικολογική προστακτική για αλληλεξάρτηση και όριο. Οι δύο προστακτικές δεν γίνεται να συνυπάρξουν, όπως δεν μπορεί να επιβιώσει και μια κοινωνία που θεμελιώνεται στον μύθο της συμφιλίωσης αυτών των δύο. Είτε θα εγκαθιδρύσουμε μια οικολογική κοινωνία ή η κοινωνία θα καταρρεύσει για όλους ανεξαρτήτως της κοινωνικής τους θέσης. 

Ο Μπούκτσιν πέρασε μια ολόκληρη ζωή αντιτιθέμενος στο αδηφάγο έθος του, μεγεθύνσου ή πέθανε, καπιταλισμού. Τα εννέα κείμενα που απαρτίζουν το βιβλίο Η επόμενη επανάσταση αντιπροσωπεύουν την αποκορύφωση αυτής της δουλειάς: τα θεωρητικά στηρίγματα για μια εξισωτική και άμεσα δημοκρατική κοινωνία, με μια πρακτική προσέγγιση στην οικοδόμησή της. Ασκεί κριτική στις αποτυχίες των κινημάτων για την κοινωνική αλλαγή του παρελθόντος, αναβιώνει την υπόσχεση της άμεσης δημοκρατίας και στο τελευταίο κείμενο αυτής της συλλογής, σκιαγραφεί τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να μετατρέψουμε την περιβαλλοντική κρίση σε μια στιγμή αληθινής επιλογής – σε μια ευκαιρία να υπερβούμε την παραλυτική επίδραση των ιεραρχιών του φύλου, της φυλής, της τάξης, του έθνους, μια ευκαιρία για να βρούμε μια ριζοσπαστική θεραπεία για το ριζικό κακό του κοινωνικού μας συστήματος.

Διαβάζοντάς το, συγκινήθηκα και αισθάνθηκα ευγνωμονούσα, όπως τόσο συχνά διαβάζοντας Μάρεϋ Μπούκτσιν. Υπήρξε αληθινό τέκνο του Διαφωτισμού στο σεβασμό του για καθαρή σκέψη και ηθική ευθύνη καθώς και στην ειλικρινή, ασυμβίβαστη αναζήτηση μιας ρεαλιστική ελπίδας.