editorial

Η άλωση της χώρας μέσα από την "ενεργειακή μετάβαση" / γράφει η Βάννα Σφακιανάκη

  Βάννα Σφακιανάκη * Η πολιτική «Ελλάδα – Ενεργειακός Κόμβος», η εφαρμογή της «ενεργειακής μετάβασης» στη χώρα μας, αναδιαρθρώνει βίαια το π...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έρικ Χομπσμπάουμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έρικ Χομπσμπάουμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

Για να ξεφύγουμε από τα δίχτυα που έχουμε παγιδευτεί

Στη Μαδρίτη, στην Αθήνα, στο Βουκουρέστι και στο Παρίσι, η οργή του λαού μαρτυράει την κοινωνική απόγνωση και τη βαθύτατη επιθυμία για αλλαγή. Ομως, για την ώρα, απουσιάζει η πολιτική στρατηγική η οποία θα επιτρέψει την πραγματοποίηση αυτής της αλλαγής, καθώς και η ελπίδα ότι θα επιτύχει. Μήπως πρέπει να διακινδυνεύσουμε ν' αφήσουμε να χαθεί αυτή η ευκαιρία, προβάλλοντας ως δικαιολογία το επιχείρημα ότι δεν υφίστανται ακόμα οι συνθήκες για την υλοποίησή της; Ή μήπως πρέπει να βάλουμε στοίχημα ότι, καμιά φορά, «συμβαίνει το ανέφικτο»;

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Αριστερά γνώριζε τι έπρεπε να κάνει. Σήμερα τα συνδικάτα αναζητούν την ταυτότητά τους στο πλαίσιο που τίθεται από νέα τάξη πραγμάτων.Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Αριστερά γνώριζε τι έπρεπε να κάνει. Σήμερα τα συνδικάτα αναζητούν την ταυτότητά τους στο πλαίσιο που τίθεται από νέα τάξη πραγμάτων.Τα κινήματα διαμαρτυρίας που ξέσπασαν φέτος στην Ευρώπη ενάντια στις πολιτικές της λιτότητας -στην Ελλάδα και στη Γαλλία κυρίως, αλλά σε μικρότερο βαθμό και στην Ιρλανδία, στην Ιταλία και στην Ισπανία- αποτέλεσαν την αφορμή για να εμφανιστούν δύο σενάρια. Το πρώτο, κατασκευασμένο από την εξουσία και τα μέσα ενημέρωσης, στηρίζεται στην αποπολιτικοποίηση της κρίσης: τα περιοριστικά δημοσιονομικά μέτρα που επιβάλλουν οι κυβερνήσεις δεν προβάλλονται ως πολιτική επιλογή αλλά ως μια τεχνική απάντηση που πρέπει να δοθεί στις πιεστικές απαιτήσεις που προκαλούν τα χρηματοοικονομικά προβλήματα. Υποστηρίζεται, δε, ότι, εάν επιθυμούμε τη σταθεροποίηση της οικονομίας, πρέπει να σφίξουμε το ζωνάρι. Το άλλο σενάριο, εκείνο που ασπάζονται οι απεργοί και οι διαδηλωτές, θεωρεί ότι τα μέτρα λιτότητας δεν είναι τίποτε άλλο από ένα εργαλείο που χρησιμοποιεί το κεφάλαιο για να ξηλώσει και τα τελευταία απομεινάρια του κράτους πρόνοιας. Στη μία περίπτωση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο παρουσιάζεται ως διαιτητής, ο οποίος επιδιώκει με ζήλο να επιτύχει τον σεβασμό της τάξης και της πειθαρχίας· στη δεύτερη περίπτωση, υποδύεται άλλη μια φορά τον χωροφύλακα του παγκοσμιοποιημένου χρηματοοικονομικού τομέα.

Οσο κι αν κάθε μία από αυτές τις δύο οπτικές εμπεριέχει κάποια ψήγματα αλήθειας, είναι εξίσου απόλυτα λανθασμένες. Είναι προφανές ότι η αμυντική στρατηγική των ευρωπαίων ηγετών δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι το τεράστιο έλλειμμα των κρατικών προϋπολογισμών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα δεκάδες δισεκατομμύρια που καταβρόχθισε η διάσωση των τραπεζών, όπως επίσης και το γεγονός ότι οι πιστώσεις που δόθηκαν στην Αθήνα θα χρησιμοποιηθούν κατά κύριο λόγο για την αποπληρωμή του χρέους της στις γερμανικές και στις γαλλικές τράπεζες. Ο μόνος λόγος για τον οποίο χορήγησαν βοήθεια στην Ελλάδα ήταν για να συνδράμουν τον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα.

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Από την απέναντι πλευρά, η επιχειρηματολογία των δυσαρεστημένων προδίδει άλλη μια φορά την τεράστια φτώχεια της σύγχρονης αριστεράς: δεν περιλαμβάνει κανένα προγραμματικό σκέλος και αρκείται στο να ανάγει σε ζήτημα αρχής την άρνηση της κατάργησης των κοινωνικών κεκτημένων. Η ουτοπία του κοινωνικού κινήματος δεν συνίσταται πλέον στην αλλαγή του συστήματος αλλά στο να πείσει τον εαυτό του ότι το ίδιο το σύστημα μπορεί να συναινέσει στη διατήρηση του κράτους πρόνοιας. Απέναντι στην αμυντική αυτή θέση, μπορεί να προβληθεί μια ένσταση η οποία δύσκολα απορρίπτεται: εάν παραμείνουμε μέσα στα όρια που μας επιβάλλει το παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα, τότε δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να συναινέσουμε στις θυσίες που ζητούνται από τους εργαζόμενους, τους φοιτητές και τους συνταξιούχους.

Ενα πράγμα είναι σίγουρο: μετά από δεκαετίες κράτους πρόνοιας κατά τη διάρκεια των οποίων οι δημοσιονομικές περικοπές ήταν περιορισμένες και συνοδεύονταν πάντα από την υπόσχεση ότι μια μέρα θα επιστρέφαμε στην προηγούμενη κατάσταση, περνάμε τώρα σε μια διαρκή περίοδο έκτακτης ανάγκης. Πρόκειται για μια νέα εποχή, η οποία μας υπόσχεται ολοένα αυστηρότερα προγράμματα λιτότητας, προοδευτικά αυξανόμενες περικοπές στους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης και των συντάξεων, καθώς επίσης και τη συνεχώς εντεινόμενη επισφάλεια της εργασίας. Με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, η αριστερά οφείλει να αποδεχθεί μια εξαιρετικά δύσκολη πρόκληση: να εξηγήσει ότι η οικονομική κρίση είναι κατ' αρχήν μια πολιτική κρίση, δηλαδή ότι δεν πρόκειται για κάποια «φυσική» διαδικασία ή νομοτέλεια, καθώς και ότι το υπάρχον σύστημα προκύπτει από μια σειρά αποφάσεων οι οποίες είναι από τη φύση τους πολιτικές. Ταυτόχρονα, η αριστερά δεν πρέπει να ξεχνάει ότι το παρόν σύστημα, για όσο διάστημα παραμένει κανείς μέσα στο πλαίσιο που αυτό ορίζει, υπακούει σε μια λογική η οποία -κακώς- παρουσιάζεται ως φυσικός νόμος και της οποίας δεν είναι δυνατόν να παραβιαστούν οι κανόνες χωρίς να προκληθεί οικονομική καταστροφή.

Θα ήταν αυταπάτη να ελπίζει κανείς ότι η κρίση που συνεχίζει το καταστροφικό έργο της θα έχει μονάχα περιορισμένες συνέπειες και ότι ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός θα συνεχίσει να εγγυάται ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής στην πλειονότητα του πληθυσμού. Και το να ποντάρει κανείς μονάχα σε ενδεχόμενες ευνοϊκές περιστάσεις για να μετριάσει τις επιπτώσεις αποτελεί μια πολύ περίεργη αντίληψη περί ριζοσπαστισμού... Βέβαια, αυτό που μας λείπει δεν είναι οι αντικαπιταλιστές. Κατακλυζόμαστε κυριολεκτικά από κατηγορητήρια ενάντια στις φρικαλεότητες του καπιταλισμού: κάθε μέρα εμφανίζονται ολοένα και περισσότερες δημοσιογραφικές έρευνες, τηλεοπτικά ρεπορτάζ και βιβλία που επιτυγχάνουν υψηλές πωλήσεις, στα οποία γίνεται λόγος για βιομήχανους που καταστρέφουν το περιβάλλον, για διεφθαρμένους τραπεζίτες που απολαμβάνουν αστρονομικά μπόνους τη στιγμή που οι τράπεζές τους απομυζούν αχόρταγα το κρατικό χρήμα, για προμηθευτές αλυσίδων ένδυσης οι οποίοι απασχολούν μικρά παιδιά τα οποία εργάζονται δώδεκα ώρες την ημέρα.

Κι όμως, όσο αιχμηρή κι αν φαίνεται η λεπίδα των κριτικών, στομώνει αμέσως μόλις βγει από το θηκάρι της, γιατί ποτέ δεν αμφισβητεί το φιλελεύθερο-δημοκρατικό πλαίσιο στο εσωτερικό του οποίου ο καπιταλισμός διεξάγει το καταστροφικό έργο του. Ο στόχος που προβάλλεται, είτε ρητά διατυπωμένος είτε με έμμεσο τρόπο, συνίσταται απαράλλακτα στη θέσπιση ενός ρυθμιστικού πλαισίου για τον έλεγχο του καπιταλισμού (το οποίο θα λειτουργεί κάτω από την πίεση που θα ασκούν τα μέσα ενημέρωσης, ο νομοθέτης ή οι αστυνομικές έρευνες που θα διεξάγονται από έντιμους αστυνομικούς), ενώ δεν αμφισβητούνται ποτέ οι θεσμικοί μηχανισμοί του αστικού κράτους δικαίου.

Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ

Σε αυτό ακριβώς το σημείο η μαρξιστική ανάλυση διατηρεί όλη της τη φρεσκάδα, κι ίσως μάλιστα σήμερα περισσότερο από ποτέ. Για τον Μαρξ, η ελευθερία δεν αποτελεί ζήτημα πρώτης γραμμής μέσα στην πολιτική σφαίρα, τουλάχιστον όχι η μορφή της ελευθερίας στην οποία αναφέρονται οι διεθνείς θεσμοί όταν κρίνουν μια χώρα: είναι ελεύθερες οι εκλογές, είναι ανεξάρτητοι οι δικαστές, υπάρχει σεβασμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων; Το κλειδί της πραγματικής ελευθερίας πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στο «απολιτικό» ζήτημα των κοινωνικών σχέσεων, από την εργασία μέχρι την οικογένεια· σε αυτό το πεδίο, η απαραίτητη αλλαγή δεν είναι δυνατόν να προέλθει από την πολιτική μεταρρύθμιση, αλλά από την αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων μέσα στον μηχανισμό της παραγωγής.

Πράγματι, ποτέ δεν ζητάμε από τους ψηφοφόρους να αποφασίσουν ποιος πρέπει να κατέχει τι, ή να αποφανθούν για τις προδιαγραφές του μάνατζμεντ που θα εφαρμοστούν στον χώρο της εργασίας τους. Είναι ανώφελο να ελπίζουμε ότι η σφαίρα της πολιτικής θα συναινέσει στην επέκταση της δημοκρατίας και σε τομείς οι οποίοι εξοβελίζονται μακριά της, οργανώνοντας, για παράδειγμα, «δημοκρατικές» τράπεζες οι οποίες θα τελούν υπό τον έλεγχο των πολιτών. Σε αυτόν τον τομέα, οι ριζοσπαστικές αλλαγές τοποθετούνται πέρα από τη σφαίρα των νομικών δικαιωμάτων.

Φυσικά, τυχαίνουν και περιπτώσεις όπου οι δημοκρατικές διαδικασίες οδηγούν σε κοινωνικές κατακτήσεις. Ωστόσο, οι κατακτήσεις αυτές εξακολουθούν να αποτελούν ένα γρανάζι στον μηχανισμό του αστικού κράτους και ο ρόλος τους συνίσταται στο να εγγυώνται την καλύτερη δυνατή αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Συνεπώς, πρέπει να ανατραπούν ταυτόχρονα δύο φετίχ, τόσο το φετίχ των «δημοκρατικών θεσμών» όσο κι εκείνο του αρνητικού αντίστοιχού τους, δηλαδή της βίας.

Στην καρδιά της μαρξιστικής έννοιας της πάλης των τάξεων κυριαρχεί η ιδέα ότι η «γαλήνια» κοινωνική ζωή αποτελεί ένδειξη της (προσωρινής) νίκης της κυρίαρχης τάξης. Από τη σκοπιά των καταπιεσμένων, ακόμα και η ίδια η ύπαρξη του κράτους αποτελεί πράξη βίας, ως μηχανισμός που βρίσκεται στα χέρια της κυρίαρχης τάξης. Αποδεικνύεται, δε, σε μεγάλο βαθμό ανεπαρκής η αντίληψη σύμφωνα με την οποία η βία δεν νομιμοποιείται ποτέ αλλά μερικές φορές καθίσταται αναγκαία. Σε μια ριζοσπαστική προοπτική για τη χειραφέτηση των ανθρώπων, οι όροι του παραπάνω αξιώματος έπρεπε να αντιστραφούν, η βία των καταπιεσμένων νομιμοποιείται πάντα -αφού ακριβώς η κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οφείλεται στην άσκηση βίας- αλλά δεν είναι ποτέ αναγκαία: η επιλογή τού εάν θα υπάρξει ή όχι προσφυγή στη βία απέναντι σε έναν αντίπαλο, εξαρτάται απόλυτα από στρατηγικές εκτιμήσεις.

Στην κατάσταση εκτάκτου ανάγκης στο πεδίο της οικονομίας με την οποία βρισκόμαστε αντιμέτωποι, γίνεται αμέσως προφανές ότι δεν έχουμε να κάνουμε με τυφλές χρηματοοικονομικές κινήσεις, αλλά με στρατηγικές παρεμβάσεις, τις οποίες έχουν καταστρώσει μετά από ώριμη σκέψη οι δημόσιες αρχές και οι χρηματοοικονομικοί θεσμοί, δεδομένου ότι επιδιώκουν να εφαρμόσουν μια λύση για την κρίση, η οποία να ανταποκρίνεται στα κριτήριά τους και τελικά να αποβεί προς όφελός τους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, πώς είναι δυνατόν να μην σκεφτόμαστε τη δυνατότητα της αντεπίθεσης;

Φυσικά, το μόνο αποτέλεσμα που έχουν παρόμοιες εκτιμήσεις είναι ότι κλονίζουν το βόλεμα των ριζοσπαστών διανοουμένων. Καθώς διάγουν βίο άνετο και προστατευμένο, δεν ενδίδουν, άραγε, στον πειρασμό να κατασκευάσουν σενάρια καταστροφής για να δικαιολογήσουν τη διατήρηση του επιπέδου ζωής τους; Για πολλούς από αυτούς, αν πρέπει να γίνει μια επανάσταση, πρέπει να επιχειρηθεί μακριά από τον τόπο τους -στην Κούβα, τη Νικαράγουα, τη Βενεζουέλα- έτσι ώστε, αφ' ενός να ζεσταίνεται η καρδιά τους από το επαναστατικό όραμα, αλλά και να μπορούν ταυτόχρονα να αφοσιώνονται στην προώθηση της καριέρας τους. Ομως, με την κατάρρευση του κράτους πρόνοιας στις προηγμένες βιομηχανικές χώρες, οι ριζοσπάστες διανοούμενοι θα μπορούσαν να βρεθούν μπροστά στη δική τους ώρα της αλήθειας, να επιζητήσουν μια πραγματική αλλαγή, την οποία τώρα μπορούν να πετύχουν.

ΑΡΙΣΤΕΡΕΣ ΛΥΣΕΙΣ

Δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος αυτή η διαρκής κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οικονομία να οδηγήσει την αριστερά να εγκαταλείψει την υπομονετική διανοητική εργασία, η οποία δεν έχει άμεση πρακτική χρησιμότητα. Ωστόσο, σταδιακά, έχει αρχίσει να εκλείπει η πραγματική λειτουργία της σκέψης. Οχι να προτείνει λύσεις για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει «η κοινωνία» -δηλαδή το κράτος και το κεφάλαιο- αλλά να στοχάζεται πάνω στον τρόπο ακριβώς με τον οποίο διατυπώνονται αυτά τα ερωτήματα.

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας καπιταλιστικής περιόδου μετά το 1968, επιβλήθηκε ως κυρίαρχη ιδεολογία η ίδια η οικονομία, δηλαδή η λογική της αγοράς και του ανταγωνισμού. Στον τομέα της εκπαίδευσης, για παράδειγμα, το σχολείο αποτελεί ολοένα και λιγότερο μια δημόσια υπηρεσία που είναι ανεξάρτητη από την αγορά και προβάλλεται ως μία από τις σημαντικότερες προτεραιότητες του κράτους, ένα άβατο όπου καλλιεργούνται υψηλές αξίες, όπως η ελευθερία, η ισότητα και η αδελφοσύνη. Εφαρμόζοντας το ιερό δόγμα «με μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα», αφέθηκαν να εισβάλουν στο σχολείο διάφορες μορφές συνεργασίας του ιδιωτικού τομέα με τον δημόσιο. Στο δε πεδίο της πολιτικής, το εκλογικό σύστημα που οργανώνει και νομιμοποιεί την εξουσία εμφανίζεται ολοένα περισσότερο να αντιγράφει το μοντέλο της επιχειρηματικότητας: η εκλογική διαδικασία εκλαμβάνεται ως μια εμπορική συναλλαγή κατά τη διάρκεια της οποίας οι ψηφοφόροι «αγοράζουν» το «εμπόρευμα», το οποίο δημιουργεί την εντύπωση ότι είναι σε θέση να διατηρήσει με τον καλύτερο τρόπο την κοινωνική τάξη, να εξασφαλίσει την τιμωρία των εγκληματιών κ.λπ.

Με βάση την προαναφερθείσα αρχή, ορισμένες λειτουργίες οι οποίες άλλοτε ανετίθεντο στο κράτος (για παράδειγμα, η διοίκηση των φυλακών), στο εξής ιδιωτικοποιούνται (1). Ο στρατός δεν στηρίζεται πλέον στους κληρωτούς, αλλά στους μισθοφόρους. Ακόμα και η κρατική γραφειοκρατία έχει χάσει τον οικουμενικό εγελιανό χαρακτήρα της, όπως αποδεικνύεται κατά κόρον από τους μηχανισμούς που έχει δημιουργήσει ο Μπερλουσκόνι. Στη σημερινή Ιταλία, η αστική τάξη είναι εκείνη που ασκεί άμεσα την εξουσία και την εκμεταλλεύεται ανοιχτά και χωρίς ενδοιασμούς, με μόνο στόχο την προστασία των συμφερόντων της. Ακόμα και οι σχέσεις των ζευγαριών κατέληξαν να υιοθετούν τις λογικές της αγοράς: οι υπηρεσίες που προτείνονται σε καθένα από τα μέλη των μελλοντικών ζευγαριών (για παράδειγμα τα speed datings και οι συναντήσεις μέσω Ιντερνετ ή γραφείων συνοικεσίων), τα παρακινούν να αισθάνονται τον εαυτό τους ως εμπόρευμα, του οποίου οφείλουν να εξυμνούν τα πλεονεκτήματα και να διαλέγουν τις πιο κολακευτικές φωτογραφίες.

Στις εσχατιές ενός παρόμοιου αστερισμού, ακόμα και η ιδέα μιας ριζικής μεταμόρφωσης της κοινωνίας φαντάζει αδύνατη. Ομως, αυτό ακριβώς το «είναι αδύνατον!» πρέπει να μας κάνει να σταματήσουμε λιγάκι και να σκεφθούμε. Σήμερα, η διάκριση του τι είναι εφικτό και τι ανέφικτο οργανώνεται με περίεργο τρόπο, με την ίδια ακριβώς υπερβολή στην οριοθέτηση της καθεμιάς από αυτές τις δύο κατηγορίες. Από τη μια πλευρά, στο πεδίο των δραστηριοτήτων του ελεύθερου χρόνου και των τεχνολογιών, μας σφυροκοπούν καθημερινά με το σύνθημα «τίποτε δεν είναι αδύνατο!», μπορούμε να απολαμβάνουμε μια ευρύτατη γκάμα σεξουαλικών παροχών ή εγκυκλοπαιδικών αρχείων, τραγουδιών, ταινιών και τηλεοπτικών σειρών που προσφέρονται για «κατέβασμα» από το Ιντερνετ, επιπλέον, μπορούμε να ταξιδέψουμε στο διάστημα (εάν βέβαια είμαστε εκατομμυριούχοι). Ακόμα, μας υπόσχονται ότι στο άμεσο μέλλον, με την επεξεργασία και τη χειραγώγηση του ανθρώπινου γονιδιώματος, θα καταστεί «δυνατόν» να βελτιώσουμε στον μέγιστο βαθμό τις σωματικές και τις ψυχικές δυνατότητές μας. Ακόμα και το τεχνογνωστικό όνειρο της αθανασίας φαίνεται πλέον να εντάσσεται στο πλαίσιο του εφικτού, μέσα από τη μετατροπή της ταυτότητάς μας σε εφαρμογές πληροφορικής, οι οποίες θα μπορούν να μεταφερθούν σε διάφορες ηλεκτρονικές συσκευές.

Αντίθετα, στο κοινωνικοοικονομικό πεδίο, η εποχή μας χαρακτηρίζεται από τη δοξασία ότι η ανθρωπότητα έχει φθάσει στο αποκορύφωμα της ωριμότητάς της, καθώς κατόρθωσε να παραιτηθεί από τις παλιές ουτοπίες που την ταλάνιζαν επί χιλιετίες και δέχθηκε τους περιορισμούς που της θέτει η πραγματικότητα -εννοώντας, βέβαια, την καπιταλιστική πραγματικότητα- μαζί με όλα τα ανέφικτα που την οπλίζουν. Το κυριότερο σύνθημα αυτής της «πραγματικότητας», η ιερή πρώτη εντολή της, είναι το «δεν μπορείτε». Δεν μπορείτε να στρατεύεστε σε μεγάλες συλλογικές δράσεις, γιατί είναι καταδικασμένες να οδηγήσουν στην τρομοκρατία του ολοκληρωτισμού, δεν μπορείτε να γαντζώνεστε από το κράτος πρόνοιας, ειδάλλως θα χάσετε την ανταγωνιστικότητά σας και θα προκαλέσετε οικονομική κρίση, δεν μπορείτε να αποκοπείτε από την παγκόσμια αγορά, εάν βέβαια δεν επιθυμείτε να μετατραπείτε σε δορυφόρους της Βόρειας Κορέας. Η οικολογία, στην ιδεολογική εκδοχή της, προσθέτει σε αυτόν τον κατάλογο και τις δικές της απαγορεύσεις, τις περίφημες ανώτατες τιμές που στηρίζονται στις εκτιμήσεις των ειδικών: «η υπερθέρμανση του πλανήτη οφείλει να μην ξεπεράσει τους δύο βαθμούς».

ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ

Σήμερα, η κυρίαρχη ιδεολογία προσπαθεί να μας πείσει ότι μια ριζική αλλαγή είναι ανέφικτη, ότι είναι αδύνατη η κατάργηση του καπιταλισμού, ότι είναι αδύνατον να δημιουργηθεί μια δημοκρατία η οποία δεν θα περιορίζεται μονάχα στο διεφθαρμένο κοινοβουλευτικό παιχνίδι το οποίο καθιστά αόρατους τους ανταγωνισμούς που διατρέχουν τις κοινωνίες μας. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο Ζακ Λακάν, για να υπερβεί τους ιδεολογικούς φραγμούς, αντικαθιστούσε το σύνθημα «τα πάντα είναι δυνατά» με την εξής σοβαρότερη διατύπωση: «Το αδύνατον καταφθάνει».

Ο Εβο Μοράλες στη Βολιβία, ο Ούγο Τσάβες στη Βενεζουέλα και η μαοϊκή κυβέρνηση του Νεπάλ ανήλθαν στην εξουσία με «δίκαιες» δημοκρατικές εκλογές και όχι με την εξέγερση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι, «αντικειμενικά», η κατάστασή τους δεν είναι απελπιστική: βαδίζουν ενάντια στη ροή της ιστορίας και, γι' αυτόν τον λόγο, δεν μπορούν να στηριχθούν σε καμία «αντικειμενική τάση». Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αυτοσχεδιάζουν μέσα σε μια κατάσταση η οποία φαίνεται αδιέξοδη. Μήπως όμως αυτό ακριβώς το γεγονός τους προσφέρει επίσης και μια εξαιρετική ελευθερία; Μήπως άραγε δεν βρισκόμαστε κι όλοι εμείς στην αριστερά στην ίδια ακριβώς δύσκολη θέση;

Η κατάστασή μας σήμερα βρίσκεται στον αντίποδα εκείνης που επικρατούσε στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η αριστερά γνώριζε τι έπρεπε να κάνει, αλλά όφειλε να περιμένει υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή για να αναλάβει δράση. Σήμερα, δεν γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά οφείλουμε να δράσουμε αμέσως, γιατί η αδράνειά μας θα μπορούσε να έχει σύντομα καταστροφικές συνέπειες. Περισσότερο από ποτέ άλλοτε, είμαστε υποχρεωμένοι να ζήσουμε σαν να ήμασταν ελεύθεροι.

(Η παρούσα ανάλυση δημοσιεύθηκε από το «New Left Review», αρ. 64, Λονδίνο, Ιούλιος-Αύγουστος 2010.)

1. (Στμ) Σε αρκετές χώρες -κυρίως αγγλοσαξονικές και ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες- υπάρχουν πολλές ιδιωτικές φυλακές, οι οποίες μάλιστα αποτελούν και έναν εξαιρετικά προσοδοφόρο κλάδο. Φυσικά, παρατηρείται και πλήθος εκτροπών, με χαρακτηριστικότερο πρόσφατο παράδειγμα τον αμερικανό δικαστή που δωροδοκούνταν από ιδιωτική φυλακή για να την τροφοδοτεί με ανήλικους «πελάτες», οι οποίοι καταδικάζονταν για πραγματικά ασήμαντες αφορμές.

*Σλοβένος φιλόσοφος, από την Ελευθεροτυπία, 21/11/10

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Έρικ Χομπσμπάουμ: Η παγκόσμια αταξία στις αρχές του 21ου αιώνα


Συνέντευξη του Έρικ Χομπσμπάουμ*

Ο μεγάλος μαρξιστής ιστορικός μιλάει για τις ανατροπές στην παγκόσμια τάξη, τις αλλαγές στον κόσμο της εργασίας, τους νέους ταξικούς διαχωρισμούς, την Κρίση του 1929 και τη σημερινή, το έθνος-κράτος, τις «ανθρωπιστικές» επεμβάσεις και τα υπερεθνικά μορφώματα

* Το βιβλίο σας Εποχή των άκρων τελειώνει το 1991 με ένα πανόραμα των σαρωτικών αλλαγών σε όλο τον πλανήτη -- την κατάρρευση των ελπίδων της Χρυσής Εποχής για παγκόσμια κοινωνική πρόοδο. Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι σημαντικότερες εξελίξεις στην παγκόσμια ιστορία από τότε;

Διακρίνω πέντε βασικές αλλαγές. Πρώτον, τη μετατόπιση του οικονομικού κέντρου του πλανήτη από τον Βόρειο Ατλαντικό προς τη Νοτιοανατολική Ασία. Αυτή η διαδικασία ξεκίνησε στην Ιαπωνία τις δεκαετίες του 1970 και 1980, αλλά η άνοδος της Κίνας, από τη δεκαετία του 1990 και μετά, είναι αυτή που κάνει τη διαφορά. Δεύτερον, ασφαλώς, την παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού, την οποία είχαμε προβλέψει, χρειάστηκε όμως πολύ καιρό για να εκδηλωθεί. Τρίτον, την παταγώδης αποτυχία της προσπάθειας των ΗΠΑ να κατακτήσουν τον ρόλο της μοναδικής ηγέτιδας δύναμης μετά το 2001 -- η αποτυχία είναι ολοφάνερη. Τέταρτον, την ανάδυση μιας νέας ομάδας αναπτυσσόμενων χωρών --«των brics» (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα)-- ως πολιτικής οντότητας, που δεν είχε συντελεστεί όταν έγραφα την Εποχή των άκρων. Και, πέμπτον, την αποσάθρωση και συστηματική αποδυνάμωση της εξουσίας των κρατών: της εξουσίας των εθνικών κρατών στις επικράτειές τους, αλλά και, σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη, κάθε είδους αποτελεσματικής κρατικής εξουσίας. Είναι κάτι που ίσως ήταν προβλέψιμο, αλλά συνέβη με ταχύτητα που δεν την περίμενα ποτέ.

* Τι άλλο σας έχει προξενήσει έκπληξη έκτοτε;

Δεν έχει πάψει να με εκπλήσσει η πλήρης παραφροσύνη του νεοσυντηρητικού πολιτικού σχεδίου, οι οπαδοί του οποίου όχι μόνο διατείνονταν πως η Αμερική αποτελούσε το μέλλον, αλλά επιπλέον πίστευαν ότι είχαν διαμορφώσει μια στρατηγική για την επίτευξη του στόχου αυτού. Αν καταλαβαίνω καλά, με ορθολογικούς όρους, δεν διαθέτουν κάποια συνεκτική στρατηγική. Δεύτερον --κάτι μικρότερης σημασίας, που δεν παύει ωστόσο να είναι σημαντικό-- η αναβίωση της πειρατείας, την οποία είχαμε εν πολλοίς ξεχάσει: είναι κάτι το καινούργιο. Τρίτον, μια εξέλιξη σε τοπικό επίπεδο: η κατάρρευση του μαοϊκού Κομμουνιστικού Κόμματος στη Δυτική Βεγγάλη, την οποία αληθινά δεν περίμενα.

* Μπορείτε να οραματιστείτε κάποια πολιτική ανασυγκρότηση αυτού που κάποτε ήταν η εργατική τάξη;

Όχι με την παραδοσιακή της μορφή. Ο Μαρξ είχε αναμφισβήτητα δίκιο όταν προέβλεπε τον σχηματισμό μεγάλων ταξικών κομμάτων σε ένα συγκεκριμένο στάδιο της εκβιομηχάνισης. Αυτά τα κόμματα όμως, αν ήταν επιτυχημένα, δεν λειτουργούσαν αυστηρά ως κόμματα της εργατικής τάξης: αν ήθελαν να επεκταθούν πέρα από τα αυστηρά όρια μιας περιορισμένης τάξης, το κατάφερναν ως λαϊκά κόμματα, που δομούνταν στη βάση μιας οργάνωσης που επινοήθηκε από και για τους σκοπούς της εργατικής τάξης. Ακόμα κι έτσι, η ταξική συνείδηση έθετε όρια. Στη Βρετανία, το Εργατικό Κόμμα δεν πήρε ποτέ πάνω από το 50% των ψήφων. Το ίδιο ισχύει και στην Ιταλία, όπου το ΚΚΙ ήταν πολύ περισσότερο ένα λαϊκό κόμμα. Στη Γαλλία, η Αριστερά βασίστηκε σε μια σχετικά αδύναμη εργατική τάξη, η οποία όμως ισχυροποιούνταν πολιτικά χάρη σε μια λαμπρή επαναστατική παράδοση, της οποίας κατάφερε να γίνει ο βασικός κληρονόμος -- γεγονός που έκανε και την ίδια και την Αριστερά να αποκτήσουν πολύ μεγάλη επίδραση.

Η παρακμή της εργατικής τάξης των χειρωνακτών φαίνεται πως είναι οριστική. Υπάρχουν, και θα συνεχίσουν να υπάρχουν βέβαια, πολλοί άνθρωποι που εργάζονται ακόμα ως χειρώνακτες και η υπεράσπισή τους παραμένει μείζον καθήκον για όλες τις αριστερές κυβερνήσεις. Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί πλέον να αποτελεί την κύρια βάση των ελπίδων τους: δεν διαθέτουν πλέον, ακόμα και σε θεωρητικό επίπεδο, πολιτική δυναμική, επειδή έχουν απολέσει την προοπτική οργάνωσης της παλιάς εργατικής τάξης.

Υπήρξαν τρεις ακόμα σημαντικές αρνητικές εξελίξεις. Η πρώτη είναι, ασφαλώς, η ξενοφοβία -- η οποία, για το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης, είναι, σύμφωνα με τη ρήση του Αύγουστου Μπέμπελ, «ο σοσιαλισμός των ηλιθίων»: διασφαλίζω τη δουλειά μου ενάντια σε ανθρώπους που τους αντιμετωπίζω σαν ανταγωνιστές. Όσο πιο αδύναμο είναι το εργατικό κίνημα, τόσο αυξάνεται η απήχηση της ξενοφοβίας. Δεύτερον, μεγάλο μέρος των ελαφρότερων χειρωνακτικών εργασιών δεν είναι πια μόνιμες, αλλά περιστασιακές: φοιτητές ή μετανάστες που δουλεύουν στον τομέα του επισιτισμού, για παράδειγμα. Ως εκ τούτου, δεν είναι εύκολο να οργανωθούν πολιτικά. Οι μόνοι εργαζόμενοι αυτής της κατηγορίας που θα μπορούσαν να οργανωθούν εύκολα είναι όσοι έχουν ως εργοδότη τις δημόσιες υπηρεσίες, κι αυτό επειδή οι τελευταίες είναι πολιτικά ευάλωτες.

Η τρίτη και πιο σημαντική εξέλιξη, κατά τη γνώμη μου, είναι το διευρυνόμενο χάσμα που δημιουργείται από ένα νέο ταξικό κριτήριο: την εισαγωγή σε σχολές και πανεπιστημιακά ιδρύματα ως εισιτήριο για κάποια θέση εργασίας. Αυτό μπορούμε να το ονομάσουμε, αν θέλετε, αξιοκρατία· αλλά αξιολογείται, θεσμοποιείται και διαμεσολαβείται από τα εκπαιδευτικά συστήματα. Το αποτέλεσμα είναι μια εκτροπή της ταξικής συνείδησης από την εναντίωση στους εργοδότες προς την εναντίωση στους πάσης φύσεως κηφήνες: διανοούμενους, φιλελεύθερες ελίτ, ανθρώπους που τρώνε τα λεφτά μας. Η Αμερική είναι ένα κλασικό παράδειγμα, αλλά η κατάσταση δεν είναι άγνωστη και στο Ηνωμένο Βασίλειο, αν ρίξετε μια ματιά στις βρετανικές εφημερίδες. Η κατάσταση γίνεται ακόμα μια περίπλοκη, καθώς ολοένα και περισσότερο, ένα διδακτορικό ή τουλάχιστον ένα μεταπτυχιακό προσφέρει μεγαλύτερες ευκαιρίες πλουτισμού.

Μπορεί να υπάρξουν νέες κοινωνικές δυνάμεις; Αυτό αποκλείεται, τουλάχιστον όσον αφορά μια μεμονωμένη τάξη, και αν θέλετε τη γνώμη μου ουδέποτε είχε συμβεί. Υπάρχει μια προοδευτική πολιτική συμμαχιών, ακόμα και σχετικά μόνιμων συμμαχιών όπως, λ.χ., ανάμεσα στην καλλιεργημένη μεσαία τάξη που διαβάζει τον Guardian και τους διανοούμενων (ανθρώπων με υψηλή μόρφωση, οι οποίοι γενικότερα κλίνουν, σε μεγάλο βαθμό, προς την Αριστερά) με τη μάζα των φτωχών και απαίδευτων. Και οι δύο αυτές ομάδες έχουν ουσιώδη σημασία για ένα τέτοιο κίνημα, αλλά ίσως είναι πιο δύσκολο να συμμαχήσουν από ό,τι παλιότερα. Κι αυτό γιατί, υπό μία έννοια, είναι εφικτό οι φτωχοί να ταυτιστoύν με τους δισεκατομυριούχους, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, λέγοντας: «Αν ήμουν τυχερός, θα γινόμουν ποπ σταρ!». Αλλά κανένας δεν μπορεί να πει: «Αν ήμουν τυχερός, θα γινόμουν νομπελίστας!». Αυτό είναι ένα πραγματικό πρόβλημα για τον πολιτικό συντονισμό και συνεργασία των ανθρώπων που αντικειμενικά θα μπορούσαν να βρίσκονται στην ίδια πλευρά.

* Ποια σχέση θεωρείτε ότι υπάρχει ανάμεσα στη σημερινή κρίση και τη Μεγάλη Ύφεση;

Η κρίση του 1929 δεν ξεκίνησε από τις τράπεζες· οι τράπεζες κατέρρευσαν μόνο δύο χρόνια αργότερα. Αντίθετα, το χρηματιστήριο πυροδότησε μια απότομη κάμψη της παραγωγής, συνοδευόμενη από πολύ υψηλότερη ανεργία και μια πολύ έντονη πτώση στην παραγωγή. Υπήρξαν αρκετά προανακρούσματα της παρούσας ύφεσης, σε αντίθεση με εκείνη του 1929 που έπεσε σχεδόν σαν κεραυνός. Θα έπρεπε έχει γίνει αντιληπτό, αρκετά εγκαίρως, ότι ο νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός δημιούργησε μια τεράστια αστάθεια στη λειτουργία του καπιταλισμού. Μέχρι το 2008 η αστάθεια αυτή φαινόταν να επηρεάζει μόνο μερικές περιφερειακές περιοχές: τη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές του 21ου αιώνα, τη Νοτιοανατολική Ασία και τη Ρωσία. Στα ισχυρά κράτη, το μόνο που συνέβαινε ήταν να καταρρέει περιστασιακά το χρηματιστήριο και στη συνέχεια να ανακάμπτει σχετικά γρήγορα. Μου φαίνεται ότι το πραγματικό σημάδι του κακού που θα συνέβαινε θα μπορούσε να είναι η κατάρρευση του Long-Term Capital Management1 το 1998, γεγονός που έδειξε πόσο λάθος ήταν συνολικά το αναπτυξιακό μοντέλο· ωστόσο δεν αντιμετωπίστηκε έτσι. Παραδόξως, οδήγησε μια σειρά επιχειρηματίες και δημοσιογράφους να ανακαλύψουν ξανά τον Καρλ Μαρξ, θεωρώντας πως το έργο του έχει ενδιαφέρον για την κατανόηση της σύγχρονης, παγκοσμιοποιημένης οικονομίας· η διαδικασία αυτή, βέβαια, δεν είχε καμία σχέση με την παραδοσιακή Αριστερά.

Η παγκόσμια οικονομία το 1929 ήταν λιγότερο παγκοσμιοποιημένη από ό,τι η σημερινή. Αυτό είχε σίγουρα κάποιες επιπτώσεις -- για παράδειγμα ήταν πολύ ευκολότερο στους ανθρώπους που έχαναν τη δουλειά τους να γυρίσουν στα χωριά τους. Το 1929, σε μεγάλο μέρος του κόσμου εκτός Ευρώπης και Βορείου Αμερικής, τα παγκοσμιοποιημένα τμήματα της οικονομίας δεν ήταν παρά μεμονωμένες νησίδες, που άφηναν το κύριο μέρος που τα περιέβαλλε αμετάβλητο. Η ύπαρξη της ΕΣΣΔ δεν είχε κάποια υλική επίπτωση στην Ύφεση, είχε όμως τεράστιες ιδεολογικές επιπτώσεις -- υπήρχε εναλλακτική λύση. Από το 1990 και μετά, παρακαολουθούμε την άνοδο της Κίνας και των αναδυόμενων οικονομιών, γεγονός που είχε συγκεκριμένες επιπτώσεις στην παρούσα ύφεση: συνέβαλαν στο να διατηρήσει η παγκόσμια οικονομία μια πολύ ομαλότερη πορεία, από ό,τι θα είχε χωρίς αυτές. Στην πραγματικότητα, ακόμη και στις ημέρες που ο νεοφιλελευθερισμός ισχυριζόταν ότι υπήρχε άνθηση, η πραγματική ανάπτυξη εμφανιζόταν, σε πολύ υψηλούς ρυθμούς, σε αυτές τις νέες αναπτυσσόμενες οικονομίες, κυρίως στην Κίνα. Είμαι σίγουρος ότι αν δεν υπήρχε η Κίνα η ύφεση του 2008 θα ήταν πολύ πιο σοβαρή. Έτσι, γι’ αυτούς τους λόγους, σκέφτομαι ότι πιθανόν να μπορέσουμε να ανακάμψουμε πιο γρήγορα, παρόλο που μερικές χώρες --και κυρίως η Βρετανία-- θα παραμείνουν βυθισμένες στην ύφεση για πολύ καιρό ακόμα.

* Ανέκαθεν ήσασταν κριτικός απέναντι τον εθνικισμό ως πολιτική δύναμη, εφιστώντας την προσοχή της Αριστεράς να μην προσπαθεί να τον προσεταιριστεί. Ωστόσο, έχετε επίσης αντιταχθεί έντονα στις παραβιάσεις της εθνικής κυριαρχίας εν ονόματι των ανθρωπιστικών παρεμβάσεων. Ποια είδη διεθνισμού, μετά την κατάρρευση του διεθνισμού που είχε γεννήσει το εργατικό κίνημα, είναι επιθυμητά και εφικτά σήμερα;

Πρώτα απ’ όλα, ο «ανθρωπιστικισμός» (humanitarianism), ο ιμπεριαλισμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων, δεν έχει καμία σχέση με τον διεθνισμό. Αποτελεί έκφανση είτε ενός αναγεννημένου ιμπεριαλισμού, ο οποίος βρίσκει μια κατάλληλη δικαιολογία για παραβιάσεις της κρατικής κυριαρχίας --μπορεί να υπάρχουν θαυμάσιες και ειλικρινείς δικαιολογίες-- είτε, κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο, μια επαναβεβαίωση της πίστης στη μόνιμη υπεροχή της περιοχής που κυριαρχούσε στον πλανήτη από τον 16ο μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα. Στο κάτω κάτω, οι αξίες τις οποίες προσπαθεί να επιβάλει η Δύση είναι αξίες μιας περιοχής, και όχι κατ’ ανάγκην οικουμενικές. Αν είναι οικουμενικές, πρέπει να επαναδιατυπωθούν με διαφορετικούς όρους. Δεν νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα φαινόμενο αφεαυτού εθνικό ή διεθνές. Ο εθνικισμός υπεισέρχεται σε αυτό το ζήτημα επειδή η βασισμένη σε εθνικά κράτη διεθνής τάξη --το σύστημα της Βεστφαλίας-- υπήρξε κατά το παρελθόν, καλώς ή κακώς, μια από τις ασφαλέστερες εγγυήσεις ενάντια στις εισβολές των ξένων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, αφ’ ης στιγμής το σύστημα έχει πλέον καταργηθεί, ο δρόμος είναι ανοιχτός για επιθετικούς και επεκτατικούς πολέμους -- στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο λόγος που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποκηρύξει τη διεθνή τάξη της Βεστφαλίας.

Ο διεθνισμός, που αποτελεί μια άλλη προοπτική σε σχέση με τον εθνικισμό, είναι ένα πιο περίπλοκο εγχείρημα. Μπορεί να είναι είτε ένα πολιτικά κενό σύνθημα, όπως υπήρξε στην πράξη για το διεθνές εργατικό κίνημα, οπότε δεν σημαίνει τίποτα συγκεκριμένο, είτε ένας τρόπος για την εξασφάλιση της ομοιομορφίας σε ισχυρούς συγκεντρωτικούς οργανισμούς όπως η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ή η Κομιντέρν. Ο διεθνισμός σήμαινε ότι, ως Καθολικός, ασπαζόσουν τα ίδια δόγματα και μετείχες στις ίδιες πρακτικές, ανεξάρτητα με το ποιος είσαι και πού βρίσκεσαι· το ίδιο συνέβαινε θεωρητικά και στην περίπτωση των κομμουνιστικών κομμάτων. Σε ποιο βαθμό αυτό συνέβη πραγματικά και σε ποιο στάδιο έπαψε να συμβαίνει --ακόμα και στην Καθολική Εκκλησία-- είναι ένα άλλο ζήτημα. Πάντως, δεν εννοούμε κάτι τέτοιο με τον όρο «διεθνισμός».

Το έθνος-κράτος ήταν και παραμένει το πλαίσιο για όλες τις πολιτικές αποφάσεις, στη χώρα μας ή στο εξωτερικό. Μέχρι σχετικά πρόσφατα, η δράση των εργατικών κινημάτων --και, στην πράξη, όλες οι πολιτικές δραστηριότητες-- αναπτύσσονταν σχεδόν εξολοκλήρου στο πλαίσιο ενός κράτος. Ακόμα και εντός της Ε.Ε., η πολιτική εξακολουθεί να λειτουργεί με εθνικούς όρους. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει υπερ-εθνική εξουσία δράσης -- μόνο ένας συνασπισμός χωριστών κρατών. Ίσως το φονταμενταλιστικό Ισλάμ να αποτελεί μια εξαίρεση, καθώς διεισδύει σε όλα τα κράτη, αλλά αυτό δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί. Προηγούμενες απόπειρες όπως παν-αραβικά υπερκράτη (λ.χ. η Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία, ένωση της Αιγύπτου και της Συρίας) απέτυχαν ακριβώς χάρη στην αντοχή υφιστάμενων --πρώην αποικιακών-- συνόρων.

*Διακρίνετε εγγενή εμπόδια σε κάθε προσπάθεια υπέρβασης των ορίων του έθνους-κράτους;

Οικονομικά, αλλά και από πολλές άλλες απόψεις --ακόμα και πολιτισμικά, σε κάποιο βαθμό-- η επανάσταση των επικοινωνιών έχει δημιουργήσει έναν πραγματικά παγκόσμιο χώρο, στον οποίο υπάρχουν εξουσίες λήψης αποφάσεων με υπερεθνικό χαρακτήρα, υπερεθνικές δραστηριότητες και, βέβαια, κινήματα ιδεών, επικοινωνίες και άνθρωποι που λειτουργούν υπερεθνικά με πολύ μεγαλύτερη ευκολία από ό,τι ποτέ. Ακόμη και οι γλωσσικές κουλτούρες συμπληρώνονται τώρα από τα διεθνή ιδιώματα της επικοινωνίας. Αλλά στην πολιτική δεν υπάρχει κανένας απόηχος όλων των παραπάνω· αυτή είναι η βασική αντίφαση την παρούσα στιγμή. Ένας από τους λόγους είναι ότι, στον 20ό αιώνα, η πολιτική είχε εκδημοκρατιστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό -- οι μάζες των απλών ανθρώπων συμμετείχαν σε αυτή. Γι’ αυτούς, το κράτος έχει ουσιώδη σημασία για την καθημερινότητα, την κανονικότητα και τις προοπτικές της ζωής τους.

Απόπειρες έσωθεν διάλυσης του κράτους, με την αποκέντρωση, έχουν γίνει κυρίως τα τελευταία τριάντα ή σαράντα χρόνια, και κάποιες από αυτές δεν ήταν ανεπιτυχείς -- σίγουρα στη Γερμανία η αποκέντρωση πέτυχε σε αρκετούς τομείς, ενώ στην Ιταλία η περιφερειακή οργάνωση αποδείχθηκε πραγματικά χρήσιμη. Όμως, η προσπάθεια δημιουργίας υπερεθνικών κρατών δεν ευδοκίμησε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το πιο προφανές παράδειγμα. Σε ένα βαθμό, υπονομεύθηκε από τους ιδρυτές της, οι οποίοι σκέφτονταν ακριβώς με όρους ενός υπερ-κράτους, ανάλογου με το εθνικό κράτος, απλώς μεγαλύτερου -- στην πραγματικότητα, νομίζω ότι δεν υπήρχε τότε τέτοια δυνατότητα, και πάντως σίγουρα δεν υπάρχει σήμερα. Η Ε.Ε. είναι μια ευρωπαϊκή ιδιοτυπία. Υπήρξαν κάποτε δείγματα ενός υπερεθνικού κράτους στη Μέση Ανατολή και αλλού, αλλά η Ε.Ε. είναι το μόνο πραγματικό εγχείρημα αυτού του είδους. Δεν πιστεύω, για παράδειγμα, ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα μιας μεγαλύτερης ομοσπονδίας στη Νότια Αμερική. Εγώ τουλάχιστον θα στοιχημάτιζα εναντίον της.

Αυτή η αντίφαση παραμένει ένα άλυτο πρόβλημα: από τη μια πλευρά υπάρχουν υπερεθνικές οντότητες και πρακτικές, που προκύπτουν από τη διαδικασία αποσάθρωσης του κράτους, στους τομείς που αυτό καταρρέει. Αλλά αν συμβεί κάτι τέτοιο --που δεν αποτελεί άμεση προοπτική στις ανεπτυγμένες χώρες-- ποιος θα αναλάβει στη συνέχεια την αναδιανεμητική και τις άλλες λειτουργίες, τις οποίες μέχρι σήμερα επιτελεί το κράτος; Αυτή τη στιγμή, έχουμε ένα μίγμα συμβίωσης και σύγκρουσης. Αυτό είναι ένα από τα βασικά προβλήματα για κάθε μορφή λαϊκής πολιτικής σήμερα.


*Ο Eric Ηobsbawm είναι ένας από τους κορυφαίους μαρξιστές ιστορικούς, διεθνώς. Τα περισσότερα βιβλία του κυκλοφορούν και στα ελληνικά.

Η συνέντευξη, με τίτλο «World distempers» δημοσιεύθηκε στο επετειακό τεύχος (για τα πενήντα χρόνια του περιοδικού), αρ. 61 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2010 του «New Left Review». Τα «Ενθέματα» δημοσιεύουν σήμερα εκτενή αποσπάσματα.

Μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης, Κώστας Σπαθαράκης

1. LTCM: Ένα από τα μεγαλύτερα διεθνώς hedge fund (αμοιβαία κεφάλαια επενδύσεων υψηλού ρίσκου). Παρόλο που δανειζόταν πολλαπλάσια κεφάλαια από τα πάγιά του, εξασφάλιζε υψηλές αποδόσεις. Θεωρούνταν εξαιρετικά αξιόπιστο, και σε αυτό τοποθετούσαν τα διαθέσιμά τους ακόμα και κεντρικές τράπεζες. Η ασιατική κρίση το 1997 και η ρωσική το 1998 το οδήγησαν στα πρόθυρα χρεοκοπίας, γεγονός που απείλησε με κατάρρευση το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα

*από τα ΕΝΘΕΜΑΤΑ της ΑΥΓΗΣ, 13/6/10